Οι αναγνώστες

Το «Εαρινό Εξάμηνο» είναι ένα μυθιστόρημα που με έναυσμα τη φοιτητική ζωή της πρωταγωνίστριας καταφέρνει να αποκαλύψει αριστοτεχνικά την πολιτική, κοινωνική και καλλιτεχνική-πολιτιστική ζωή (και παθογένεια) της χώρας. Ο έρωτας, η καθημερινότητα, οι προβληματισμοί, οι αλήθειες και τα ψέματα των νέων και της γενιάς της μεταπολίτευσης σε μια επαρχιακή πόλη ή στην Αθήνα περιγράφονται από τον συγγραφέα άλλοτε με χιούμορ και τρυφερότητα και άλλοτε με μελαγχολία, δυναμισμό και ρεαλισμό, αποκαλύπτοντας ουσιαστικά τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα. Τζένη Γαλάνη

Επαρχιακή πόλη, φοιτητές και ντόπιοι… εαρινό εξάμηνο μιας Ντίνας… όχι ένα οποιοδήποτε εξάμηνο, αλλά εκείνη η περίοδος που αναθεωρεί πολλά… σχέσεις, επιθυμίες, απόψεις. Η αρχή μιας νέας εφηβείας, ή το τέλος της μοναδικής…
Διάβασα το κείμενο απνευστί, περπάτησα πλάι στην ηρωίδα, δεν δυσκολεύτηκα να την ακολουθήσω στις διαδρομές Ρέθυμνο-Καλλιθέα, στο νησί, στις ματιές της στη πολιτική ατμόσφαιρα εντός και γύρω του πανεπιστημίου, το θέατρο και την πολύ πολύ μουσική στις σελίδες… Νίκος Κατσιμάνης

Το «Εαρινό Εξάμηνο» είναι μια παραπλανητική τοιχογραφία εγκλεισμένη στις διαθλάσεις ενος καθρέπτη που αντικατοπτρίζει είδωλα, συναισθήματα, φενάκες, και πάνω απ’ όλα αγωνίσματα (ευγενή ή ποταπά) επιβίωσης. Νίνος Σιλιτζής

Η ιστορία της Ντίνας, η σχέση με τον πατέρα και τους φίλους της, η γνωριμία της με το θέατρο, τον έρωτα και τη βία είναι τα θέματα που καταπιάνεται το μυθιστόρημα του Γιώργου Στόγια. Στο Ρέθυμνο του 2009, στον απόηχο των γεγονότων του προηγούμενου Δεκεμβρίου ξεκινάει το εαρινό εξάμηνο. Ένα πληθωρικό μυθιστόρημα με πολλές μικροϊστορίες, του οποίου η ανάγνωση σε συνέχειες θα αναδείξει, κατά τη γνώμη μου την πολυπλοκότητα και τον πλουραλισμό της ανθρώπινης συμπεριφοράς, που τόσο ανάγλυφα περιγράφει ο Γιώργος. Αλεξάνδρα Πατρικίου

Μια φοιτήτρια στο Ρέθυμνο. Μια πορεία προς μια ενηληκίωση. Ένα ζωντανό αταξινόμητο μυθιστόρημα. Εφηβική ορμή και αποσταγμένη μεταγνώση αναμεμειγμένες σε ποτήρι κοκτειλ διακοσμημένο με ροζ και πράσινες ομπρελίτσες. Βασίλης Καλοπίσης

Η Ντινα αναστατώνει. Μπαίνει ακάλεστη στο μυαλό σου και κλείνει τις κουρτίνες στον έξω κόσμο. Τώρα τα δισκάκια είναι σκορπισμένα στο πάτωμα και τα ηχεία βουίζουν. Η Ντινα με ένα μπουκάλι στροβιλίζεται στο κέντρο. Η κάφτρα του τσιγάρου της σε καίει. Θέλεις να της κάνεις και να της πεις πολλά γι αυτό γυρίζεις λαίμαργα την επόμενη σελίδα… Άθως Δημητρίου

Προκλητική η προσπάθεια του Γιώργου Στόγια να δημοσιεύσει το μυθιστόρημά του στο διαδίκτυο, όπως προκλητική είναι και η Ντίνα με τον πατέρα της, τους φίλους της, τον ίδιο της τον εαυτό. Μια ιστορία που θα γεννήσει φανατικούς εραστές αλλά και αμετανόητους εχθρούς. Αλήθεια όμως, κάτι τέτοιο δε θέλει και η Ντίνα; http://feleki.wordpress.com/

To Εαρινό εξάμηνο αρχίζει, όπως κάθε εαρινό εξάμηνο, πριν από το τέλος τού χειμώνα και τελειώνει λίγο μετά τις αρχές τού καλοκαιριού. Κάπως έτσι είναι και η “άνοιξη” τής Ντίνας· εμπεριέχει έναν (μικρό) χειμώνα, ένα (μικρότερο) καλοκαίρι, μια (διαρκή) άνοιξη και … ένα (υποφώσκον) φθινόπωρο – με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Στο Εαρινό εξάμηνο ξετυλίγεται, με τρόπο και ρυθμό κινηματογραφικό, η γοητευτική προσπάθεια της ηρωίδας -και όχι μόνο- να ξεφύγει από τον εαυτό της, να απαλλαγεί από τον κόσμο που αισθάνεται ότι της επιβάλλεται. Η Ντίνα κατασκευάζει, ή μάλλον “σκηνοθετεί”, όχι μόνο τις καθημερινές της κινήσεις, αλλά ακόμη και την άνοδο και την πτώση της μέσα στον κόσμο αυτόν. Σε αυτό το μυθιστόρημα, ο έρωτας, οι σχέσεις, η τέχνη, η πολιτική είναι το πρόσχημα και μαζί ο τελικός σκοπός για να δούμε όλα όσα (μας) προκαλούν φόβο, (μας) κλείνουν το δρόμο ή (μας) απελευθερώνουν. Κωνσταντίνα Τσιάγκα

Η περίτεχνη και  γλαφυρή του γλώσσα, ο ακροβατικός  ρεαλισμός, οι καλοστημένες ροκ περιγραφές, οι υπομονετικά δουλεμένοι διάλογοι …  είναι μερικά από τα στοιχεία του βιβλίου που συνέβαλαν ώστε αυτό να με μεταφέρει και να με καθηλώσει στο δικό του σύμπαν …  Κυριάκος Παχουλίδης 

Συναρπαστικό! Γραμμένο με σκέψη που πηγάζει από βιώματα ζωής, χωρίς πουριτανισμούς, ούτε ωραιοποιήσεις, με ήρωες τσαλακωμένους και αυθεντικούς. Αν ψάχνεις για το καλό και το κακό, το ορθό και το λάθος, μην το διαβάσεις… Ξένια Κωνσταντίνου

Στο μυθιστόρημά του, ο Γιώργος Στόγιας, καταφέρνει να δημιουργήσει μια μοναδική ατμόσφαιρα, βασισμένη σε ευφυέστατα επιλεγμένη και πολυποίκιλη μουσική και, κυρίως, σε χαρακτήρες ρεαλιστικούς και συνάμα πρωτότυπους. Χαρακτήρες που ενσωματώνουν τις εικόνες, τις μνήμες, τις νοοτροπίες, τις αντιδράσεις, τις χαρές, τις ελπίδες και τους φόβους της ζωής στην Ελλάδα των δύο τελευταίων γενεών.  Μάγδα Ηγουμενίδου  

Μια καθημερινή νέα γυναίκα, με καθημερινούς φίλους, φόβους, γονείς, καθημερινές αυταπάτες, ελπίδες, καθημερινά γούστα βρέθηκε να κουβαλάει το βάρος της στο Ρέθυμνο. Εν ολίγοις εκεί ζει η Ντίνα εδώ και ενάμισι χρόνο. Με φοιτητικα  και ρεθυμνιώτικα υλικά στήνει τις μάχες με τα φαντάσματά της, ζεί και συγγράφει την Ιστορία της. Με τη μεγενθυντική ματιά του Στόγια μας δίνει μια αφήγηση τόσο συναρπαστική όσο και η καθημερινότητα. Ουτε περισσότερο ούτε λιγότερο. Δηλαδή πάρα πολύ! Αν σκοπός του μυθιστορήματος είναι να ψυχαγωγήσει και όχι να διασκεδάσει, όχι να μας χαρίσει τετράωρο ταξιδάκι αναψυχής στη λήθη αλλά να μας θυμίσει οτι η ύπαρξη και το νόημά της δεν είναι αυτονόητα αλλά ζητούμενα, δεν έρχονται εκ θεού αλλά κουβαλάμε την ευθύνη τους, τότε το Εαρινό Εξάμηνο είναι το Ελληνικό Μυθιστόρημα που, μετά από ένα gap μερικών δεκαετιών από το «Κιβώτιο» του Αρη Αλεξάνδρου μας ξαναφέρνει στο γηπεδο της Μείζονος Λογοτεχνίας. Με μια διαφορά: μπορείς να γράψεις μια τραγωδία όπου η Αντιγόνη κάνει μόκο και δεν τρώει τα λυσσακά της με τον Κρέοντα; Το σύγχρονο μυθιστόρημα απαντά «βεβαίως!» και τα καταφέρνει μια χαρά! Ε, στο Εαρινό Εξάμηνο η Αντιγόνη δεν κάνει μόκο. Και, προσωπικά, μια τέτοια αρχετυπική ένταση μού έλλειπε εδώ και καιρό. Αντώνης Καναβούρας 

Τα πρώτα κεφάλαια δύσκολα σαν ανηφόρα… μέχρι το σώμα να ζεσταθεί, το μυαλό να άναψει να προσαρμοστεί στο σκληρό πρώτο ασφάλτινο χιλιομέτρο…Πώς να βγάλω τον ανήφορο, πως να αντέξω το «άντε γαμήσου» όταν είμαι στα σαράντα παραπαίοντας ανάμεσα στις αναμνήσεις της δικής μου φοιτητικής ανταρσίας και των «άντε γαμήσου» που έπεται να ακούσω από την δικιά μου κόρη (που μου υπόσχεται πολλά). Και ποιού το μέρος να πάρω με ποιον να ταυτιστώ…Η θέα γίνεται καταπληκτική, ανεβαίνεις και μαγεύεσαι, διαβάζεις και τρελαίνεσαι. Καλά που το πάει αυτός; Ε μα το θεό, που λεν και οι πιστοί, σε βγάζει μέχρι το 12ο χιλιόμετρο στα 1091 μέτρα και σε αφήνει με τις ενδορφίνες στο φουλ να τρέχεις ευτυχισμένος την κατηφόρα με μια χαρά που μόνο του βουνού τα μονοπάτια μπορούν να προσφέρουν…Και μετά τι; Δεν ξέρεις που το πάει που θα καταλήξει… Λες θέλω κι άλλο, θα τρέχω περισσότερο και ας μπερδεύονται οι εικόνες με τις μνήμες και τα αναγνώσματα το μυαλό πάει όπου θέλει δεν μαζεύεται όπως εκείνη, μέχρι να εξαντληθεί τελείως, αλλά αντέχω, δεν έχω ξαναζήσει κάτι παρόμοιο…  δεν έχω ξαναδιαβάσει κάτι τέτοιο, θέλω να συνεχίσω να τρέχω στη φύση, θέλω να ξαναδιαβάσω το Εαρινό Εξάμηνο…Όσοι τρέχουν μπορούν να καταλάβουν και να αρχίσουν να το διαβάζουν. Όσοι το διαβάζουν καιρός να αρχίσουν να τρέχουν. (Αποσπάσματα από ένα παραληρηματικό κείμενο στο οποίο επιχειρείται μια αναλογία της αναγνωστικής εμπειρίας από το «Εαρινό Εξάμηνο» με αυτήν του τρεξίματος πάνω στο βουνό). Μιχάλης Ερωτοκρίτου

«Δεν ξέρω να διαβάζω μυθιστορήματα σε δόσεις (εκτός αν λογαριάζονται αντίστοιχα διαβάσματα οι φωτονουβέλες, τέτοιες διάβαζα με δόσεις, και όχι πάντα στη σωστή σειρά, όταν πετύχαινα κάτι πειρατικά τεύχη από Ρομάντζο και Ντόμινο σε καμιά ράφτρα της μάνας μου, στο κατάστημα του θείου μου που πουλούσε τις μηχανές …Σίνγκερ στην Πάφο, άντε, και καμιά φορά στην οδοντίατρο, τη Μάρω, μέχρι που παντρέφτηκε και κείνη και σταμάτησε τα ρομάντζα).

Τα χαμένα επεισόδια πάντα πλήγωναν.

Τώρα πια μου πέρασε ο εφηβικός έρωτας με τη συνέχεια, ομαλοποιήθηκε το coitus interuptus. Κάθε φορά που παίρνω ένα καινούργιο βιβλίο διαβάζω λίγο εδώ εκεί και κει, ακόμη και παραγράφους από το τέλος, χωρίς να ανησυχώ ότι αυτό θα διαταράξει την επιθυμία μου. Μάλλον άλλαξα σαν αναγνώστης. Ξέρω ότι πια δεν παρακολουθώ την πλοκή αλλά τις σκιές, τα δοκάρια που περισσεύουν από τους τοίχους, τα νήματα ιστορικής πραγματικότητας π’ άφησε ο συγγραφέας να κρέμμονται απ’ το ταβάνι για να πιστοποιούν ότι οι ήρωες είναι αληθιμοί («πέρασαν από ‘δω», τους είδαμε, λέει ο σεισμός του 99, μέρες του θανάτου του Γρηγορόπουλου). Κάποτε παρακολουθώ τις λέξεις αντί την αφήγηση: κυλά, λεία, θανατερή, στην ώρα της. Κοντοστέκομαι με χαρά όταν προκύπτει κάποια τραχύτητα («ο Λαμιώτης», «κάτι υποβρύχιο παίχτηκε»). Εκεί κοντοστέκομαι σαν παιδί που παρακολουθά τους μεγάλους να μιλάνε αθώα δήθεν αλλά ξέρει καλά ότι του κρύβουν. Δεν έζησα Ελλάδα, δεν ξέρω τι σημαίνει να παίρνει τελικά την ωραία γκόμενα ο «Λαμιώτης», ξέρω ότι προσφέρεται για μια πυκνή ερμηνεία -ταξική, πολιτισμική, και άλλη- αλλά δεν έχω τους κώδικες, δεν ξέρω από Ελλάδα. Δεν ξέρω πώς είναι η φοιτητική ζωή στο Ρέθυμνο και ούτε με νοιάζει να μάθω, αλλά η σχέση πατέρα-κόρης με ενδιάφερει, θέλω να δω τι θα κάνει ο Στόγιας μαζί τους, θα σκοτώσει τον μισητό Bastard που λέει και η Plath, θα είναι μια ιστορία χειραφέτησης ή μια ιστορία άρρωστη;

Και ο συγγραφέας, πόσο θα αντέξει να διαβάζει σχόλια και να μην παρεμβαίνει στο κείμενο, έστω και βράδυ, στις μύτες των ποδιών του, όταν ο υπολογιστής για τον οποίο μας έχει ήδη μιλήσει είναι σε stand-by mode; Δεν θα μετανιώσει άραγε, να θέλει να αλλάξει κάτι; Το Εαρινό Εξάμηνο αναπόφευκτα μας κάνει να αναστοχαστούμε για τη δική μας γενεαλογία και ψυχική οικονομία ως αναγνώστες. Τον συγγραφέα, ακόμη παραπάνω. Θα αντέξει ο Στόγιας αυτούς τους χαρωπούς, έξυπνους αναγνώστες (κι εμένα μαζί); Ή θα κάνει κάτι να μας ρίξει στην οδύνη? Ή στο βίτσιο;» (18/02/12)

Κι εκεί που πήγαινα να συμπαθήσω τον Ζαχαρία πιάνω τον εαυτό μου να τον βαριέμαι και αυτόν και όλους τους άλλους και να στρέφομαι συμπαθητικά στη σεκάνς με τον πατέρα (τον οποίο στα πρώτα δυο κεφάλαια ήθελα να σκότωνα), πιάνω τον εαυτό μου να τον βρίσκει αυτόν τον πιο νέο,∙ακόμη και οι Τ Rex μου αρέσουν πιο πολύ από αυτά που ακούει η φοιτητοπαρέα. Ποτέ δεν νοστάλγησα τα φοιτητικά μου χρόνια στην Κ…ύπρο ή στην Αμερική, νοσταλγώ μόνο τις συναντήσεις μου με ανθρώπους που έμελλε να με αποπροσανατολίσουν, κι αυτοί δεν ήταν ποτέ συμφιλιωμένοι με διεκπεραιώσεις ζωής – δοσοληψίες τσιγάρων, νυχτερινά μαγειρέματα, γλέντι με αρτοπαρασκευάσματα – ήταν όλοι κι όλες τυρρανόσαυροι σαν εμένα, από τα δεκαεφτά. Μέχρι το τέλος του 4, όμως, μετά τον σιχάθηκα, παίρνει και φέρνει την Πέτια μόνο και μόνο για να έχει μια Πλατωνική υποδόχη μέσα στην οποία να αποχτά σχήμα η μοναξιά και τα λόγια του. Η γλυκιά εκδίκηση για την οικειοποίηση της ‘άλλης’ γυναίκας -από τη σκοπιά της Tyrranosaurus Queen of the Desert – είναι η εκθήλυνσή του εκεί που τρώει, μετά που αποτελειώνει το ψάρι, «η απόσταση ανάμεσα στα μάτια του και αυτό που κοιτούσε είχε εκμηδενιστεί», ήταν ο ίδιος σάρκα μέσα στο κάτοπτρό του, welcome to position of Hers, ίσως για αυτό νύσταξε κι όχι επειδή έφαγε τον άμπακα. Εκείνη η γραμμή ανάμεσα σε νέους και γέρους – που όταν ήμαστε έφηβοι την έλεγαν «χάσμα γενεών» για να μας υποχρεώνουν να γράφουμε για αυτήν εκθέσεις ‘ιδεών’ – καθίσταται ανύπαρκτη. Όλ@@ είναι γερασμέν@@, Στόγια get me out of here, anywhere, στην Αμερική, στη Βουλγαρία, γερνώ κι εγώ μαζί τους, φοβάμαι αυτή την εγγύτητα με το θάνατο, με τη συναγρίδα στο λαδολέμονο, στον Άλιμο, με τα εγκαταλελειμμένα ολυμπιακά γήπεδα και κολυμβητήρια… Λες να γερνούσα ήδη και τώρα το κατάλαβα; (12/03/12) Ζέλεια Γρηγορίου

Ποτέ δεν φαντάσθηκα οτι θα διάβαζα και θα απολάμβανα λογοτεχνία σε συνέχειες!Διαβάζοντας την βιογραφία του Ντίκενς (Claire Tomalin» Charles Dickens A Life «) θυμήθηκα οτι αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας διαβάστηκαν και αγαπήθηκαν με τον τρόπο αυτό! Περιμένουμε την συνέχεια με ενδιαφέρον… (20/02/12) Μιμή Γεωργακοπούλου

EΑΡΙΝΟ ΕΞΑΜΗΝΟ: ΜΙΑ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

Πάει καιρός που άφησα τα θεωρητικά μου εργαλεία να σκουριάζουν, οπότε το κείμενο αυτό μπορεί να εκληφθεί και ως ενα ζηλόφθονο οδοιπορικό σ΄ένα άλλο κείμενο, του οποίου θα ήθελα πραξικοπηματικά να είμαι ο συγγραφέας.Το Εαρινό Εξάμηνο, λοιπόν, όπως το διάβασα εγώ, έχει τη δομή ενός θεατρικού έργου σε τρεις πράξεις.

Πράξη πρώτη: Ο Πατέρας

Η ιστορία της Ντίνας με φόντο τη φοιτητούπολη του Ρεθύμνου ξεκινά με την καταβύθισή της σε κάθε είδους παρεκτροπές, προκειμένου να αναμετρηθεί με τα όρια της πραγματικότητας.Ωστόσο  μοιάζει ανίκανη να απολαύσει αυτό το σπάσιμο των ορίων, ίσως γιατί διακατέχεται κι η ίδια από τη φράση που εκστομίζει καταδικαστικά για έναν πρώην της: «Δεν θα τα καταφερει, χαλάει την απόλαυση».’Επρεπε να φτάσω στην ηλικία που είμαι σήμερα για να κατανοήσω και να αποδεχτώ ότι η νεότητα δεν είναι η εποχή των απολαύσεων.Υπάρχει πολύ αγχωτικό μελλον,ανασφάλεια, τρόμος για το πώς να διαχειριστείς το αχανές λευκό που ανοίγεται μπροστά σου. Έτσι, η Ντίνα βυθίζεται με τρόμο και αμφιθυμία σε όσα θα ήταν υπέροχα: την ομορφιά, τη μουσική, τα ναρκωτικά, τη λογοτεχνία, το θέατρο. Κάνει συνεχώς σλάλομ ανάμεσά τους για να καταφέρει να συναντήσει τον Πατέρα της και να συγκρουστεί μαζί του.

Η σκηνή με τον Πατέρα έχει τέτοια δυναμική που θα μπορούσε να είναι ένα μικρό θεατρικό από μόνη της.Έχει τόση συμπυκνωμένη δραματική ένταση που, προσωπικά, θα την τοποθετούσα στην αρχή του κειμένου και θα έδινα όλα τα άλλα με flash-back.H σύγκρουση με τον Πατέρα θα είναι σφοδρότατη και μετωπική, κι αυτο γιατί η Ντίνα έχει να αντιμετωπίσει δύο κεφαλαιώδη ζητήματα ταυτότητας: Πρώτον να πάψει να υποκαθιστά τη νεκρή μητέρα της. Δεύτερον, να πάψει να προσδιορίζεται ως κόρη κάποιου. Όλη η θεματική του Εαρινού εξάλλου, στήνεται γύρω από αυτό το ζήτημα της Ταυτότητας: ποιοι είμαστε, ποιοι θέλουμε να γίνουμε, ποιοι δεν θέλουμε να είμαστε πια. Η νεότητα μοιάζει να έχει τη δυνατότητα άπειρων επιλογών ως προς τους Εαυτούς που μπορεί να «στήσει». Τελικά, όπως λέει ο Ροθ -ένας συγγραφέας που κατοικεί στο Εαρινό με την Αντιζωή- θα επιλέξουμε τους εαυτούς που τα καταφέρνουν καλύτερα.

Πράξη δεύτερη: Ορέστης

(…Στο βάθος τόσης φωτιάς μόνο πάγος)

Όταν η Ντίνα θα ερωτευτεί τον σκηνοθέτη και μέντορά της, η ζωή της θα μετατραπεί σε… θρίλερ: μια συμπλοκή, ένας βιασμός, μια ακόμα επαλήθευση της μοναχικότητας τού ενός στον άλλον. Δύο άνθρωποι που θα μοιραστούν για λίγο ένα αισθητικό ιδεώδες, μια παράσταση που δεν θα γίνει ποτέ.Ακριβώς γιατί δεν θα καταφέρουν να «κοιταχτούν» ποτέ πίσω από το αισθητικό τους ιδεώδες. Δύο άνθρωποι ανίκανοι να  διαχειριστούν τη σωματικότητά τους και με έντονα τα συμπτώματα της αμφιθυμίας σε κάθε τους βήμα.

Η Ντίνα ξηλώνει ακαριαία και με χειρουργική ακρίβεια το πορτρέτο του αγαπημένου της: ο πολιτικός του αμοραλισμός, οι τσόντες ως ελευθεριακό πρόταγμα, το θέατρο ως άλλοθι μιας ανθρώπινης χρεωκοπίας. Κι όμως, είναι ο Ορέστης που θα της επιφέρει το καθοριστικό χτύπημα, αυτός θα προκαλέσει την πτώση της έξω από τον Εαυτό που είχε ως τότε. Αυτός θα τη δελεάσει να φερθεί εντελώς αμοραλιστικά, να γράψει επ΄αμοιβή ένα κείμενο με το οποίο αποδεικνύεται περίτρανα ότι αυτά που θεωρούμε ακράδαντα «πιστεύω» μας, οι πεποιθήσεις, το ιδεολογικό ουμανιστικό μας κέντρο απλώς δεν υπάρχουν.Για να θυμηθούμε τον Μαρξ -και να πειράξουμε λίγο τον Στόγια- είμαστε οι «σχέσεις παραγωγής» της κοινωνίας μας, είμαστε (και ταξικά) ετεροπροσδιορισμένοι παντού.

Πράξη Τρίτη: Πτώση έξω από το Εγώ

Πρόκειται σαφώς για την τρίτη και πιο συγκλονιστική στιγμή του Εαρινού. Η Ντίνα, αηδιασμένη απο τις συνεχείς παλινωδίες, τρομαγμένη από την έλλειψη αυτού του «πυρήνα» της προσωπικότητας, αρχίζει να ξεφορτώνεται όλους τους εξωτερικούς προσδιορισμούς της ταυτότητάς της: κινητό, πορτοφόλι, ταυτότητα.Με μια έντονη επιθυμία θανάτου να τη διαπερνά, αποφασίζει πλέον να πεσει έξω από το Εγώ, έξω από την αθλιότητα του φοιτητικού της μικρόκοσμου, έξω από κάθε οριοθέτηση που χαρακτήριζε ως τότε τις σκέψεις και τις πράξεις της. Θα έλεγα ότι αποτελεί την κορυφαία σκηνή, καθώς, σε μια «πράξη ελέους», η ηρωίδα διασώζεται από ένα ζευγάρι Ρεθύμνιων αγροτών.Ακόμα και την ύστατη στιγμή, λοιπόν, ο Στόγιας μας κλείνει περιπαιχτικά το μάτι: Όχι, δεν πρόκειται για ηθογραφία και, Ναι, πάντα οι «άλλοι» διασώζουν το «εγώ».

Σε αυτή της την έξοδο, ένιωσα την Ντίνα να με σέρνει μαζί της στη χνουδωτή στεφάνη μιας παπαρούνας: εκεί θα ζυγιστεί η ζωή με τον θάνατο, εκεί θα μετρηθούν οι αντιστάσεις καθενός, εκεί θα ληφθεί η αποφάση για το αν πρέπει να συνεχιστεί το… show! Άλλωστε κάθε αλλαγή είναι ένας θάνατος και η Ντίνα καλείται να αλλάξει, να «μεγαλώσει» δραστικά.

Ο Στόγιας, έχοντας ήδη μια θητεία σκηνοθέτη, αποφασίζει στο τέλος να αλλάξει τεχνική. Το Εαρινό κλείνει με καθαρά κινηματογραφικό τρόπο: η ηρωίδα και οι φίλες της βρίσκονται σ΄ ένα φεστιβάλ μουσικής, είναι πια ανάλαφρες, «άλλες», έχουν μετασχηματιστεί σ’ ένα νέο «εφήμερον» (πεταλούδα) που ετοιμάζεται να πετάξει.Δεν ξέρουμε τι θα γίνει μετά, δε θα το μάθουμε ποτέ, το μόνο που δροσίζει το μέτωπό μας είναι το αεράκι μιας απογείωσης.

Δυο λόγια για αποφώνηση

Το Εαρινό Εξάμηνο θέτει σε αρκετά σημεία του πολλά και σοβαρά, ακανθώδη, θα έλεγα ζητήματα: ηθικής, αισθητικής, ιδεολογίας, πολιτικής πρακτικής.Αντιστάθηκα στον πειρασμό να τα διατρέξω κυριώς γιατί σκέφτηκα ότι -ως άλλοι Μπουβάρ και Πεκυσέ- θα κατέληγα να μεταγράψω (αντι-γράψω) όλο το κείμενο του Στόγια. Θα ήταν πάντως πολύ ενδιαφέρον θέμα να τεθούν όλα αυτά από κάποιον άλλο αναγνώστη. Ευελπιστώ…
Εύη Αράδα (29/06/12)

Το να μιλήσει κάποιος δεν είναι εύκολο.Είναι συνάμα κουραστικό.Το να περιμένεις να σου «δώσουν την ευκαιρία να ακουστείς» είναι εύκολο.Αλλά συνάμα βαρετό.(Όπως στον «Πύργο» του Κάφκα:παρακάλεσε τον φρουρό να σου ανοίξει την πόρτα κι αν αυτός δεν σου δώσει σημασία δοκίμασε την τύχη σου παρακαλώντας την ψείρα επάνω του).

Ο Γιώργος Στόγιας ακολούθησε τον δύσκολο δρόμο (έχω την αίσθηση ότι πάντα το έκανε-όχι από μαζοχισμό αλλά από καλλιτεχνική περιέργεια και ανάγκη έκφρασης).Δημιούργησε το πρώτο του μυθιστόρημα ηλεκτρονικής αυτοέκδοσης και μοναδικό στο είδος του καθώς συνδιάζει μουσική,εικόνα και λόγο.Δεν επιδιώκει να «κερδίσει» τίποτα παρά μόνο να επικοινωνήσει.Τίποτα δεν είναι τζόγος για το Στόγια.Όλα κατακτιούνται.Συλλογικός-όπως πάντα,επέτρεψε στο κείμενό του να λειτουργεί ως «ανοιχτή πηγή» ,όπου ο κάθε δημιουργός εμπνευσμένος από το Εαρινό Εξάμηνο θα μπορεί να συνδιαμορφώνει,ανεβάζοντας σχέδια,μουσική και κείμενα.Αντιρ-ρησίας όπως πάντα,σηκώνει τα σεντόνια μας και αφήνει κραυγές και ψιθύρους.Δεν αναρωτιέμαι για την ανάσα των λέξεων και των προθέσεών του,γιατί ο Στόγιας δεν θέλει να πείσει κανέναν γι ‘αυτό που είναι.Γι ‘αυτό και είναι ποιητικός.Γι ‘αυτό και ανοίγει δρόμους με αδιέξοδα και περάσματα.Δεν υπόσχεται κάτι,απλά κάνει αυτό που όλοι μπορούμε να κάνουμε:αναπνέει.Η δική του αναπνοή όμως αναγγέλει μερικές ρωγμές στη διανοητική και συναισθηματική ασφυξία της καταθλίβουσας εποχής που ζούμε.Και αυτό είναι που τον κάνει διαφορετικό.Η δική του αναπνοή έχει ήχο,χρώμα,λόγο..  Μαριμπέλα Τάσκοβιτς (08/07/12)

Μια ιστορία που… αν της αφαιρέσεις το πολύχρωμο αμπαλάζ (εκρηκτική μουσική-κινηματογραφικά ταξίδια -πολυσχιδής λόγος) γίνεται προσωπική αναγκαστικά… η στιγμή της ενηλικίωσης… με ολη την ένταση , τις αναθεωρήσεις και τις συγκρούσεις που αυτό συνεπάγεται… Καλλιόπη Καμαλεδάκη (11/07/12)

Στο προλογικό σημείωμα που συνοδεύει την ηλεκτρονική έκδοση του Εαρινού Εξαμήνου, ο συγγραφέας του –φίλος και παλαιός συμφοιτητής– Γιώργος Στόγιας, αναφέρεται στη χρονολογία δράσης του μυθιστορήματός του, ενημερώνοντάς μας πως διαδραματίζεται «στον απόηχο των γεγονότων του Δεκέμβρη του 2008». Ομολογώ πως καθώς διάβαζα το Εαρινό Εξάμηνο ξέχασα εντελώς αυτή την αναφορά. Ο Στόγιας κατάφερε να υπερβεί το συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο και να συμπυκνώσει στο πρόσωπο της Ντίνας και όσων την περιβάλλουν σκέψεις, αισθήματα, συμπεριφορές και αντιδράσεις που, λίγο έως πολύ, όσοι περάσαμε από «εαρινά εξάμηνα» μπορούμε να ανακαλέσουμε στη μνήμη. Κυρίως όμως ό,τι μένει περισσότερο μετά την ανάγνωση του μυθιστορήματος, είναι η αίσθηση πως ο συγγραφέας μπόρεσε να μας φέρει αντιμέτωπους με τον χαμένο παράδεισο της νεότητάς μας: εκεί όπου τα όρια που επιβάλλει ο κάθε «τόπος» –εδώ το Ρέθυμνο, που φτάνει μέχρι τον Γάλλο και τον Πλατανιά– υπάρχουν μόνο και μόνο για να μπορέσει να τα διαρρήξει μια εικοσάχρονη, η μουσική και (γιατί όχι;) και το θέατρο.
Καλλιόπη Παπαμανώλη (12/07/12)

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα και πρωτότυπα στοιχεία του Εαρινού είναι η συνύπαρξη των δύο γενιών, της μεταπολίτευσης και του Δεκέμβρη, πράγμα που δηλώνει συγκρουσιακές διεργασίες όχι απλά σε πολιτικό επίπεδο αλλά κυρίως σε υπαρξιακό. Το εαρινό ρωτάει, δεν απαντάει, κι αυτό είναι για μένα πολύ δυνατό στοιχείο του, επίσης αναδεικνύει πολλών ειδών πολέμους από τους οποίους η Ντίνα έχει την πολυτέλεια να διαλέξει αυτόν που της αρέσει περισσότερο..θα έλεγα λοιπόν ότι δεν βλέπω τη μετάβαση από τη μια γενιά στην άλλη, αλλά βλέπω κάτι συναρπαστικότερο: τα παλιά φαντάσματα μαζί με τα καινούργια, να θέλουν και ταυτόχρονα να μην θέλουν να γίνουν πραγματικότητες.
Αρετή Σπαγαδώρου (20/08/12)

Στο «Εαρινό Εξάμηνο» του Giorgos Stogias άλλοι θα βρουν γοητευτικές τις πολιτικές αναφορές, άλλοι τις ερωτικές εικόνες, προσωπικά βρήκα συναρπαστικές τις σκηνές από το θέατρο, όλην αυτήν τη μαγευτική άγνωστή μου ατμόσφαιρα από τις πρόβες, με τις σκηνοθετικές οδηγίες, τις προσπάθειες των ηθοποιών να αποδώσουν το ρόλο τους, την ένταση και το πάθος για το θέατρο. Αξίζει κανείς να διαβάσει το μυθιστόρημα αυτό μόνο για την αγάπη που μεταδίδει για το θέατρο.
Σαράντης Κορωνάκος (28/04/13)

Διάβασα το «Εαρινό Εξάμηνο» του Giorgos Stogias. Το συνιστώ ανεπιφύλακτα, ιδίως σε εκείνους, όπως εγώ, που αναζητούν την ιστορία πίσω από την ιστορία, το παρασκήνιο της αφήγησης. Καταγράφει με έξοχο τρόπο συμπεριφορές και νοοτροπίες της «γενιάς του Δεκέμβρη». Αντιστικτικά, ανακάλεσα στη μνήμη μου τις αξίες της δικής μου γενιάς, της «γενιάς της μεταπολίτευσης». Ελπίζω να μπορέσω να διατυπώσω αναλυτικότερα τις σκέψεις μου.
Πέτρος Παπασαραντόπουλος (09/08/13)

Εαρινό εξάμηνο- τελική μορφή:
Δροσερό καλοκαιρινό ανάγνωσμα (και όχι μόνο), ασπαίρουσα γλώσσα, υποδόριο χιούμορ, αμείλικτος σαρκασμός, σκληρότητα αλλά και αμηχανία. Η Ντίνα θεά και αληθινή στις πρόβες άμα τη εμφανίσει. Κορυφαία σκηνή μακράν. Έμεινα άφωνη με τη δύναμή της. Ταυτίσεις: κόρες, παρέες και Κρήτη, ατελείωτες χωρίς νόημα σπουδές, γεροντοφρικιά, αδιέξοδες συμβιώσεις και γάμοι. Υπερβολές και «ευκολία»: η περιπλάνηση της Ντίνας, το κολύμπι και η επαναφορά της, η συνάντηση των ‘συμπεθέρων’, η αποχώρηση από το έργο. Ο Δεκέμβρης: δροσερός και αυθεντικός μου βγήκε παρά τις αντίθετες προθέσεις του Γιώργου. Η «μπουρδολογούσα» αριστερά: Λιγότερο τολμηρός από ό,τι αφήνει να εννοηθεί το οπισθόφυλλο – έμεινε στην επιφάνεια και δεν έθιξε τα αριστερά μου αντανακλαστικά. Βαθύτατος γνώστης της ελληνικής πραγματικότητας έδωσε ένα campus novel και όχι μόνο που δε ζηλεύει τίποτα από κανένα. Δεν υπάρχει τίποτα πιο ενδιαφέρον από αληθινή και βιωμένη εμπειρία μετουσιωμένη σε λογοτεχνική γραφή. Περίμενα να δώσει ένα πιο «ευρωπαϊκό» τέλος- μη προβλέψιμο. Αναμενόμενη η ημι-συμβιβασμένη και αενάως θυμωμένη Ντίνα. Εν ολίγοις: κυρίες και κύριοι, ένας πολύ καλός νέος συγγραφέας έδωσε τα διαπιστευτήριά του. Γράφε Γιώργο, γράφε πολύ και συνεχώς. Το διαβάζουν κόρες και φίλοι. Έπεται συνέχεια. Δύσκολα μου αρέσει ελληνικό έργο και σε περίμενα στη γωνία…
Κική Σακκά (20/08/13)

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα μυθιστορήματα της γενιάς μου, το Εαρινό Εξάμηνο τουGiorgos Stogias αποτελεί το επίκεντρο της σημερινής εκδήλωσης στο Free Thinking Zone. Oι ακαδημαϊκές μου υποχρεώσεις δεν μου επιτρέπουν να παρευρεθώ στην συζήτηση. Αισθάνομαι, ωστόσο, νοερά ότι θα είμαι εκεί, έχοντας εκτιμήσει τις απόψεις και την τέχνη του Γιώργου και έχοντας συναντήσει όλα αυτά που εκθέτει στο μυθιστόρημά του: Τη νεότητα που βρίσκεται από το ζενίθ μιας όψιμης επαναστατικότητας στο ναδίρ των ψυχολογικών και κοινωνικών αδιεξόδων. Τη νεανική αυταρέσκεια και την δίψα για επιβεβαίωση σε ένα κόσμο όπου μόνο οι «αναγνωρίσιμοι» υπάρχουν. Την προσωπικότητα που αναγκαστικά μεταλλάσσεται από συνθήκες κι εντάσεις που έχουν τεθεί εν πολλοίς ερήμην της. Μια ενδιαφέρουσα εκδήλωση με πάνελ λαμπρών ομιλητών. – Καλή επιτυχία
Βασίλειος Χατζηιωάννου (21/10/13)

Το «Εαρινό Εξάμηνο» του Γιώργου Στόγια είναι ένα κινηματογραφικό βιβλίο. Ίσως ο τρόπος που γράφει, ίσως επειδή το θέμα του με διευκόλυνε να ανατρέξω σε προσωπικές αναμνήσεις, περισσότερο το «έβλεπα» παρά το διάβαζα.
Μιλάει για ένα όμορφο κορίτσι από αυτά στα οποία όλοι έχουμε πέσει πάνω ως φοιτητές και μας έχουν ταλαιπωρήσει φρικτά, είτε επειδή μας έκατσαν είτε επειδή μας έφτυσαν είτε και για τους δύο λόγους. Από αυτά τα κορίτσια που μπορείς να χαρακτηρίσεις υπερευαίσθητες, «στον κόσμο τους» ή πουτ@νάκια, ανάλογα με τη ψυχολογική κατάσταση που σε έχουν φέρει κάθε φορά.
Το θέμα μας όμως δεν είναι εκεί. Είναι στην ελαφρώς σαρκαστική αποστασιοποίηση του συγγραφέα που σου φωτίζει την ιστορία μονίμως διαφορετικά, που σε οδηγεί σε επάλληλες αναγνώσεις, σε διαρκή ζουμ άουτ.
Μη διστάζοντας ο Giorgos Stogias να απομυθοποιήσει τους πρωταγωνιστές σε παίρνει η μπάλα κι εσένα που ξαναφέρνεις αναμνήσεις τεχνητών -και καλά συναισθηματικών- αδιεξόδων. Με γονείς, φίλους κλπ. Και σου θυμίζει ξανά ότι η μετεφηβική μοναδικότητα είναι τελικά ένας βολικός μύθος: follower, κονφορμιστής και πρόβατο ήσουν τότε, όσο ποτέ στη διαδρομή της ζωής σου.
Μπορεί να είμαι παλιότερος από τη γενιά «του Δεκέμβρη» και να τα λέω εκ του ασφαλούς, ΟΚ. Αλλά έλεος με τα αδιέξοδα και τις νιχιλιστικές σαχλαμάρες, κάποια στιγμή συνέρχεσαι. Σε αυτή τη λογική νομίζω είναι και το βιβλίο, γι’ αυτό συσχετίζεσαι. Προσωπικά το τελείωσα στις δύο φορές που το έπιασα, μια στο αεροπλάνο και μία το επόμενο βράδυ.
Κάτι τελευταίο: το βιβλίο είναι ένας πλούτος πληροφορίας για μουσική και θέατρο. Ο Γιώργος κάνει μια θεαματική επίδειξη context πλημμυρίζοντας την ιστορία με ήχους και συναισθήματα (είχε και ένα ωραίο OST μέσα στο βιβλίο). Έτσι, ξεφτιλίζει εμάς που αναρωτιόμαστε που διάολο βρίσκει αυτός ο άνθρωπος τη συγκέντρωση να τα ανακαλεί όλα αυτά από το μυαλό του, στίχο προς στίχο, την ώρα που εγώ ούτε τι λέει ο Lou Reed στο Venus in Furs δεν μπορώ να θυμηθώ. Να το διαβάσετε.
(Το βιβλίο το πήρα από το Free Thinking Zone).
Πάνος Τσιρίδης (23/10/13)

Ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα που δεν είναι δήθεν και μεταμοντερνιά, αλλά γεμάτο ζωή. Που εχει θέμα και λόγο ύπαρξης. Που λέει αλήθεια και δεν γλύφει τη νεολαία. Κι ας έχει μια αντιπαθητική ηρωίδα. Αλλά κι αυτό προσόν, τελικά, είναι…»
Βένα Γεωργακοπούλου (10/11/13)

«Ένα πολύ καλό βιβλίο τελείωσα σήμερα, το »Εαρινό Εξάμηνο». Την ηρωίδα του βιβλίου την Ντίνα ή θα την αγαπήσεις ή θα την μισήσεις. Θα μπορούσε να είναι μια από τις μαθήτριές μου, στα 15 περίπου χρόνια που είμαι μεσα στις φροντιστηριακές αίθουσες αλλά και στην ΠΔΣ στα δημόσια σχολεία. Φωτογραφίζει ο συγγραφέας τη ζωή στο ελληνικό πανεπιστήμιο με τόσες πλούσιες εικόνες , μουσικές και στίχους από αγαπημένα τραγούδια, που για μένα ήταν αδύνατον να μην »αγκαλιάσω» αυτό το μυθιστορηματικό κορίτσι των είκοσι ετών, που με στεναχώρησε όμως ενίοτε στην πορεία της ανάγνωσης του βιβλίου. Είναι η εκπρόσωπος μιας γενιάς που πέρασε από τα χέρια μας και διαμορφώθηκε σ’ ενα βαθμό από εμάς σε μια χώρα με κατεστραμμένη παιδεία, που τα παιδιά της μεγαλούπολης αλλά κι εκείνα της μικρής πόλης έχουν μάθει να μην σκέπτονται κριτικά στην πλειοψηφία τους – πάντα υπάρχουν φωτεινές εξαιρέσεις. Βέβαια κανένας μαθητής ή μαθήτρια μου δεν είχε ως τώρα το soundtrack της ζωής της Ντίνας. Η Ντίνα ακούει το No Tears των Tuxedomoon κι έχει δει το 24 Ηour Party People. Είναι κάποιο από τα κορίτσια που γνωρίσαμε στη φοιτητική μας ζωή γιατί μας θυμίζει εκείνη την περίοδο έντονα. Μήπως όμως κι εμείς τότε στις αρχές των ’90’s δε ήμασταν λίγο σαν τους ήρωες του βιβλίου, λίγο σαν τους μαθητές που έχω σήμερα κι ας ακούγαμε Joy Division ας πούμε και διαβάζαμε Camus, Hesse και Καρυωτάκη; Αν και  κατά καιρούς δουλεύαμε, παίρναμε συνήθως χρήματα από το σπίτι. Κάπου όμως, στο μεταίχμιο της »γενιάς του Πολυτεχνείου» (που από επιβάτης έγινε εισπράκτορας του τραίνου) και της γενιάς »του Δεκέμβρη» χάσαμε το στόχο. Όταν υπάρχουν σήμερα »πολιτικοί ηγέτες» που δεν γνωρίζουν ότι το έτος φωτός μετράει απόσταση κι όχι χρόνο, όταν η ΧΑ πήρε στις τελευταίες εκλογές τα ποσοστά που πήρε κάπου φταίμε κι εμείς οι 40+. Πόσο προφητικός ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις όταν μιλούσε για τη παιδεία η οποία θα παράγει σκεπτόμενους πολίτες μη χρήσιμους στο σύστημα, στο άρθρο του για το φασισμό.
Λουκάς Αργυρίου (11/11/13)

Διάβασα το «Εαρινό Εξάμηνο» τον Οκτώβριο (ανάμεσα σε 4-5 άλλα βιβλία, τον ίδιο μήνα). Το «Εαρινό Εξάμηνο» είναι το μόνο που θα ξαναδιαβάσω τώρα το Νοέμβριο, κι αυτό όχι γιατί δεν κατάλαβα το περιεχόμενό του. Μία φορά αντέδρασα με παρόμοιο τρόπο στα 50 χρόνια μου κι αυτή ήταν όταν πριν από 25 περίπου χρόνια είδα το «Ραν» του Κουροσάβα 2 φορές σε μία εβδομάδα (στο Άστυ, αν θυμάμαι καλά). Ναι, τα προλεχθέντα δεν είναι και υπαινιγμός για τα μεγέθη των αντίστοιχων δημιουργών.
Γεωργία Τσιτσινάκη (16/11/13)

Ο μόνος λόγος για τον οποίο δε σχολίασα το «Εαρινό εξάμηνο» αμέσως μόλις το τελείωσα, είναι πολύ απλός: νόμιζα ότι δεν είχα κάτι να προσθέσω στα όσα ήδη έχουν γραφτεί. Ωστόσο, έχω να κάνω μία μικρή παρένθεση: Δεν ένιωσα στιγμή ότι το βιβλίο που κρατούσα είχε να κάνει μόνο με την ηλικία των είκοσι και το ελληνικό πανεπιστήμιο. Κατά τα λοιπά, χαίρομαι που συμμετείχα στη φοιτητική του ζωή, όπως και στο επαγγελματικό του ντεμπούτο και του εύχομαι ολόψυχα καλή σταδιοδρομία.
Κατερίνα Παρρά (07/12/13)

Είναι ένα έργο ζωντανό, σύγχρονο, χωρις επιτήδευση και χωρίς ημερομηνία λήξης. Επίσης είναι εύπλαστο από άποψη δομής. Εννοώ ότι θα μπορούσε κάλλιστα να γινει ένα ωραιότατο  θεατρικό με τις όποιες τροποποιήσεις είναι απαραίτητες γι΄αυτό το σκοπό και εν τέλει εμένα με ταξίδεψε και με συγκίνησε. Δεν είναι πάντα εύκολο για τον συγγραφέα να ταξιδεύει τον αναγνώστη του ούτε να του προκαλεί συναισθήματα.
Γιούλη Μπάκα (09/12/13)