Συνεντεύξεις

Η Λένα Φουτσίτζη στο Book Room του περιοδικού Lifo: 
«Εαρινό εξάμηνο:  Το ελληνικό βιβλίο στη νέα ηλεκτρονική εποχή»  

 Η ηλεκτρονική επανάσταση έχει ταρακουνήσει τα νερά των εκδόσεων κάνοντας άλλους να τρομάζουν και να περιχαρακώνονται και άλλους να βλέπουν νέες ευκαιρίες. Είναι γνωστό ότι όλοι μας μπορούμε να γίνουμε οι εκδότες του εαυτού μας – αρκεί πραγματικά να θέλουμε να γράψουμε.

Οι προσπάθειες που γίνονται είναι πάρα πολλές και οι περισσότερες ίσως δεν φτάνουν σε πολλά μάτια αλλά είναι σίγουρο ότι μέσα στον κυκεώνα θα υπάρχουν και διαμάντια ή/και ευπώλητα που έχασαν την ευκαιρία μέσω της παραδοσιακής οδού.

Ο Γιώργος Στόγιας δημοσιεύει το μυθιστόρημά του «Εαρινό Εξάμηνο» από το Φεβρουάριο σε συνέχειες, κάθε Δευτέρα και Παρασκευή. Τα πρώτα πέντε κεφάλαια βρίσκονται εδώ και το blog του εδώ. Πώς ξεκίνησε η ιδέα; Μερικές απαντήσεις του συγγραφέα για το Book Room:

 – Πώς πήρατε την απόφαση να κυκλοφορήσετε το βιβλίο σας διαδικτυακά;
Δεν βρήκα λόγο να παραμείνω σε μια ψυχοφθόρα διαδικασία για κάτι που έφτιαξα πρωτίστως για ευχαρίστηση. Επίσης, παρότι αντιλαμβάνομαι τις δυσκολίες των εκδοτικών οίκων μέσα στην κρίση, το να κρατήσω το κείμενο μόνο για φίλους, μού φαινόταν τόσο παράλογο σαν μια θεατρική ομάδα να κάνει πρόβες για μήνες δίχως ποτέ να παίξει παράσταση μπροστά στο κοινό. Τέλος, το μυθιστόρημα το ξεκίνησα με αφορμή τον Δεκέμβρη του 2008 και την αδυναμία συνεννόησης που βίωσα τότε σχετικά με το τι είναι η δημοκρατία, η βία, η νεότητα, η έγκυρη γνώση. Φέτος, ακόμη περισσότερο, που η χώρα ζει στο χείλος της κατάρρευσης, είχα την ανάγκη να συνεισφέρω άμεσα, με το δικό μου τρόπο, στις αφηγήσεις σχετικά με το πώς φτάσαμε ως εδώ.

– Προσπαθήσατε πρώτα να το προωθήσετε με τους παραδοσιακούς τρόπους;
Καθώς το έγραφα το φανταζόμουν ως «παραδοσιακό» βιβλίο, σαν αυτά με τα οποία ζω διαβάζοντας. Υπέβαλα το μυθιστόρημα διαδοχικά σε τρεις μεγάλους εκδοτικούς οίκους κι έναν μικρό.  

– Γιατί το δημοσιεύετε σε συνέχειες;Με τους χρόνους που επικρατούν στο διαδίκτυο, όπου μια πληροφορία παλιώνει μέσα σε δευτερόλεπτα, το να ανεβάσω μεμιάς δουλειά δυόμισι ετών θα ενείχε μια δόση αυτοκαταστροφικότητας. Επίσης, η δημοσίευση σε συνέχειες επέτρεψε στο κείμενο να λειτουργήσει ως «ανοιχτή πηγή». Έτσι, κάθε εβδομάδα, ανεβαίνουν στο μπλογκ σχέδια, μουσική και κείμενα από άλλους δημιουργούς, εμπνευσμένα από το «Εαρινό Εξάμηνο». Πέρα από αυτά, τα περισσότερα κεφάλαια είναι αυτοτελή (ομολογώ ότι καμιά φορά φαντασιωνόμουν τη μεταφορά του μυθιστορήματος σε μια ιδανική τηλεοπτική σειρά σε ένα παράλληλο σύμπαν).

– Λαμβάνετε υπόψη σας σχόλια αναγνωστών για τη συνέχεια ή είναι ήδη τελειωμένο;
Η συγγραφή του μυθιστορήματος τελείωσε τον Ιούνιο του 2011. Κι όμως, όχι τόσο σε σχέση με κάποιο συγκεκριμένο σχόλιο, αλλά παραπάνω με την αίσθηση πως την επόμενη ημέρα το κείμενο θα εκτεθεί για ελεύθερη ανάγνωση, αλλάζω λεπτομέρειες μέχρι τελευταία στιγμή, με όφελος πιστεύω μεγάλο για το συνολικό αποτέλεσμα.  

 – Έχετε σχέδια για άλλο βιβλίο στο μέλλον; Αν ναι, σκοπεύετε να το διαδώσετε με τον ίδιο τρόπο;
Δεν έχω μέσα μου κάποια «σκληρή» ταυτότητα καλλιτέχνη, ούτε είμαι φονταμενταλιστής της διαδικτυακής δημοσίευσης. Γενικά, δεν μου αρέσει να επαναλαμβάνομαι. Για την ώρα, απολαμβάνω αυτό που κάνω. Είναι καλύτερο από ό,τι το είχα φανταστεί, φαινόμενο από μόνο του σπάνιο.

  – Έχετε υπόψη σας παρόμοιες προσπάθειες από την Ελλάδα;
Το γαϊτανάκι δεν το άνοιξα εγώ με το «Εαρινό Εξάμηνο». Έχουν γίνει και στο παρελθόν ανάλογες απόπειρες από άλλους συγγραφείς. Υποθέτω όμως ότι ο καθένας το κάνει με τη δική του λογική και τον δικό του τρόπο. Ένα θέμα σίγουρα είναι πως συνδέει ο συγγραφέας μια τέτοια διαδικασία δημοσίευσης με την αισθητική της λογοτεχνικής του γραφής. Εδώ μερικές προηγούμενες απόπειρες που έχουν πέσει στην αντίληψή μου:

  • JOHNNIE SOCIETY – Γιάννης Φαρσάρης ::. Δωρεάν Μυθιστόρημα στο Διαδίκτυο σε μορφή e-book
  • Φυσικά ο Τριαρίδης:
  • Kι εδώ κάτι αγαπημένο από τον Αντώνη Καναβούρα
  • Επίσης, ενδιαφέρουσα είναι η δουλειά της Νέβης Κανίνιας
  • Τέλος, ο καταξιωμένος συγγραφέας, επιμελητής και μεταφραστής Κυριάκος Αθανασιάδης προχώρησε σε διαδικτυακή δημοσίευση του τελευταίου του μυθιστορήματος εδώ

19/03/12 http://www.lifo.gr/team/bookroom/29439
Ο Δημήτρης Δημητρίου για το Cyprusnews.e:
«Εαρινό Εξάμηνο: Ένα μυθιστόρημα εν εξελίξει και… οι εκπλήξεις δεν σταματούν!»

Κάτι καινούργιο συμβαίνει στη σχέση της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας με το διαδίκτυο.

Στον αστερισμό της κρίσης, νέοι αλλά και παλιότεροι συγγραφείς, με το δικό του σκεπτικό ο καθένας, αποφασίζουν να διαθέσουν ελεύθερα το έργο τους στο κοινό.

Ο «δικός μας» Γιώργος Στόγιας -Ελλαδίτης που ζει, εργάζεται και αρθρογραφεί στην Κύπρο- έχει δημιουργήσει στο διαδίκτυο έναν συναρπαστικό λογοτεχνικό μικρόκοσμο. Κάθε Δευτέρα και Παρασκευή δημοσιεύει ένα νέο κεφάλαιο από το μυθιστόρημά του «Εαρινό Εξάμηνο».

Δεν είναι όμως μόνο αυτό!

Σε αυτό το –όπως εξελίσσεται- συλλογικό project, έχει μαζί του μια εξαιρετική ομάδα συνεργατών από Κύπρο και Ελλάδα. Η συμβολή της Αλεξίας Νησιφόρου στον σχεδιασμό, της Ντίνας Τσιάγκα στην επιμέλεια, του αινιγματικού moican στην εντυπωσιακή εικονογράφηση, του Αντώνη Τσαγκάρη στην κινηματογραφικής έμπνευσης μουσική, Βαγγέλη Βλαχάκη στις φωτογραφίες, έχουν ως αποτέλεσμα ένα πολύ πρωτότυπο πολυμεσικό έργο.

Λίγα λόγια για την υπόθεση:

Στον απόηχο των γεγονότων του Δεκέμβρη του 2008, η Ντίνα, μια δευτεροετής φοιτήτρια Φιλοσοφικής στο Ρέθυμνο, ξεκινάει τη δική της προσωπική εξέγερση. Θέλει τον κόσμο και τον θέλει τώρα, μέσα σε μία άνοιξη. Θα πιστέψει ότι βρήκε το «μεταφυσικό κόλπο» για το φιλόδοξο πρόγραμμα ελευθερίας της σε μια νέα θεατρική ομάδα, τον σκηνοθέτη της οποίας ερωτεύεται. Καθώς πλησιάζει το καλοκαίρι και η παράσταση, η Ντίνα θα ζήσει τη δική της εκδοχή της ροκ μυθολογίας. Πίσω στην Αθήνα, ο πατέρας της προσπαθεί να γεμίσει το κενό που άφησαν φεύγοντας οι γυναίκες της ζωής του.
Συναντήσαμε τον συγγραφέα στην Παλιά Πόλη της Λευκωσίας. Οι απαντήσεις του στις ερωτήσεις μας έδωσαν νέα τροφή στην περιέργειά μας για το όλο εγχείρημα:

 CN: Χρειαζόμαστε πραγματικά ένα ακόμη μυθιστόρημα;

ΓΣ: Όχι. Υπάρχει ήδη αρκετή μεγάλη λογοτεχνία αλλά και αρκετά σκουπίδια για να διαβάζουμε μέχρι το τέλος του κόσμου. Δεν κάνουμε όμως μόνο ότι χρειαζόμαστε.

CN: Η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα, τον καιρό που η οικονομική κρίση έδειχνε τα πρώτα της σημάδια, διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο «Εαρινό Εξάμηνο». Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ένα πολιτικό μυθιστόρημα;

ΓΣ: Όλα ενώνονται, και στη ζωή και – αν το έχω καταφέρει – στο μυθιστόρημα. Οι τρόποι που ερωτοτροπούμε, που τρώμε, που ακούμε μουσική, έχουν σχέση με την πολιτική, τόσο ως υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων, όσο στο επίπεδο των αιτημάτων και των ουτοπιών. Η χαρτογράφηση βέβαια ενός τοπίου ρευστού και πολύπλοκου – στο οποίο μάλιστα είμαστε εντός- αποτελεί κάτι ανέφικτο. Θα προϋπόθετε την ύπαρξη ενός Θεού. Εν απουσία μιας τέτοιας αυταπάτης, ο συγγραφέας έρχεται να καλύψει το κενό. Σαν να περιμένεις στο γήπεδο έναν superstar να έρθει να καθαρίσει το ματς, κι επειδή εκείνος δεν εμφανίζεται ποτέ, στη θέση του δοκιμάζεται – με άνισες αποδόσεις – ο κάθε πικραμένος.

CN: Είναι οι πραγματικοί φοιτητές όπως τους παρουσιάζετε;

ΓΣ: Δε γύρισα ντοκιμαντέρ για να έχω αυτή τη φιλοδοξία… Να το θέσω αλλιώς: Η γενική ιδέα που φτιάχνουμε περί πραγματικού είναι μοιραία γεμάτη στερεοτυπικές αναπαραστάσεις. Στην καθημερινή ζωή, αυτό ως ένα σημείο είναι χρήσιμο γιατί μας βοηθάει να συγκεντρωθούμε περισσότερο σε αυτό που μας ενδιαφέρει άμεσα. Σε ένα μυθιστόρημα όμως που δεν έχει γραφτεί με τη λογική να προσφέρει ένα χαλαρωτικό αφροντούζ στον εγκέφαλο του αναγνώστη, η λογική μου ήταν να φτιάξω το παζλ από την αρχή… Να σας πω τέλος, ότι μερικοί από τους βασικούς ήρωες του «Εαρινού Εξαμήνου» δεν πιστεύουν καθόλου ότι η πραγματικότητα υπάρχει (ή τουλάχιστον έτσι συμπεριφέρονται).

 CN: Σπουδάσατε στο Ρέθυμνο όπως η πρωταγωνίστρια, σκηνοθετούσατε χρόνια σε μια θεατρική ομάδα όπως αυτός τον οποίο ερωτεύεται. Μήπως το μυθιστόρημά σας είναι μια καλυμμένη αυτοβιογραφία; Μήπως μια συμβολική αναπλήρωση πραγμάτων που δεν καταφέρατε όταν ήσασταν πιο νέος;

ΓΣ: Πίσω από κάθε λέξη του μυθιστορήματος είμαι εγώ, στο βαθμό που η παρούσα μορφή με ικανοποιεί (το κείμενο διορθώνεται συνεχώς μέχρι την τελική του απελευθέρωση από τον έλεγχο του συγγραφέα το ερχόμενο καλοκαίρι). Από εκεί και πέρα, ο αναγνώστης, στην ιδανική του διάσταση (και αυτόν έχω στο μυαλό μου όταν γράφω), δεν δίνει δεκάρα σχετικά με το τι έχω ζήσει, τι έχω φανταστεί, τι έχω απωθήσει. Αυτό που τον/την ενδιαφέρει είναι αν το κείμενο του είναι ζωντανό στο είδος του, αν κάνει τη δουλειά του ως μυθιστόρημα.

CN: Πώς είναι η εμπειρία της δημοσίευσης στο διαδίκτυο;

ΓΣ: Ανακαλύπτω καθημερινά τις επικοινωνιακές δυνατότητες αλλά και τις παγίδες του μέσου. Η αίσθηση ότι αυτό που ανεβάζω μπορεί να διαβαστεί (και να κριθεί) άμεσα είναι υπέροχη και τρομακτική. Επίσης, οι συνεργάτες της δημοσίευσης του μυθιστορήματος έχουμε κάνει τη διαδρομή Λευκωσία- Λάρνακα – Χανιά – Αθήνα σαν να μπαίνεις στο διπλανό δωμάτιο, μια ομαδική δουλειά που θα ήταν αδύνατον να γίνει με άλλο τρόπο (το επόμενο είναι ο διακτινισμός, όπως στο Σταρ Τρεκ!)

 CN: Πώς μπορεί κάποιος να παρακολουθήσει το Εαρινό Εξάμηνο;

ΓΣ: Καταρχάς υπάρχει το μπλογκ όπου μπορεί να βρει όλο το υλικό που έχει δημοσιευτεί: προηγούμενα κεφάλαια, σχέδια, μουσική, τι έγραψαν φίλοι, αναγνώστες και ο Τύπος για το μυθιστόρημα. Η καθημερινή συζήτηση όμως υπάρχει στο facebook εδώ με ανάρτηση αποσπασμάτων, μουσικής και με τα σχόλια που αυτά προκαλούν. Τη στιγμή που μιλάμε έχει δημοσιευτεί το 13ο κεφάλαιο. Για αρχή μπορεί κάποιος να κατεβάσει τα δέκα πρώτα κεφάλαια μαζί ή να τα διαβάσει online.

 CN: Αν σας ζητούσα να μου πείτε με μια πρόταση τι θα θέλατε να καταφέρετε με το «Εαρινό Εξάμηνο», τι θα απαντούσατε;

ΓΣ: Θα ήθελα να προκαλέσω σε άλλους μια τόσο δυνατή αίσθηση σαν εκείνη που μου προκαλούν μερικοί σπάνιοι δίσκοι, ταινίες και παραστάσεις. Την αίσθηση ότι μετά από αυτό, κάτι έχει (ή μπορεί) να αλλάξει.

21/05/12  http://cyprusnews.eu/earino-examino-synenteuxi.html

Μην ελπίζετε να απαλλαγείτε από τα βιβλία: Γιώργος Στόγιας στην Εύη Καρκίτη

-Ποιο ήταν το πρώτο βιβλίο που αγαπήσατε;
Ανάμεσα στην Ιλιάδα, τον Τομ Σόγιερ και τον Δαβίδ Κόπερφιλντ, ντρέπομαι να ομολογήσω ότι όταν στην οργισμένη ερώτηση του πατέρα μου, σχετικά με το τι θα έκανα στο σπίτι μου καλοκαιριάτικα έχοντας φύγει από την κατασκήνωση στον Κάλαμο στη μέση της περιόδου, απαντούσα πως «θα διαβάζω τα βιβλία μου», το μελοδραματικό Χωρίς Οικογένεια είχα στο μυαλό μου. Η παιδική βιβλιοθήκη κλειδώθηκε για έναν αφόρητο μήνα, τιμωρία που μεγάλωσε την αξία των θησαυρών μου και διέγειρε περισσότερο την επιθυμία μου για διάβασμα.

– Από τους αγαπημένους σας συγγραφείς οι πιο αγαπημένοι είναι…
Αναφέρω μόνο τον Σαίξπηρ, για να μη γίνει φασαρία ανάμεσα στους υπόλοιπους.

-Από τους μεγάλους συγγραφείς υπάρχει κάποιος που δεν καταφέρατε να
συμπαθήσετε; Αν θέλετε, εξηγείτε και τους λόγους.

Παρά την αναγνωστική απόλαυση που έχω αντλήσει από γερμανόφωνους συγγραφείς του Μεσοπολέμου (ή ίσως ακριβώς εξαιτίας αυτής), η έως μέχρι σήμερα γνωριμία μου με το έργο του Τόμας Μαν είχε τη γεύση υποχρεωτικού εκκλησιασμού.

– Ποιον λογοτεχνικό χαρακτήρα δεν μπορέσατε να ξεπεράσετε;
Αυτός που δεν έχω ξεπεράσει, γράφει μαζί μου αυτές τις γραμμές. Από αυτούς που με στοίχειωσαν για χρόνια, ξεχωρίζω τον αυτοβιογραφικό χαρακτήρα του Χένρυ Μίλλερ στους δύο Τροπικούς. Νομίζω ότι ως ενδοπαράσιτο έκανε στον ξενιστή ίσο καλό και κακό, χαίρομαι όμως που τελείωσε. Ακόμη μεγαλώνω μέσα από αλλεπάλληλες μιμητικές ταυτίσεις, το σώμα μου όμως έχει γίνει πιο προσεκτικό σχετικά με τις καταστροφικές τους συνέπειες.

-Από όλους τους συγγραφείς του κόσμου εσείς θα θέλατε να συναντήσετε…
Τον Όσκαρ Ουάιλντ, σε ένα πάρτι, στην εποχή της επιτυχίας του. Αν εμπιστευτούμε τις μαρτυρίες των συγχρόνων του, πρέπει να ήταν ο μόνος μεγάλος συγγραφέας που στην κοινωνική του ζωή ήταν πιο ενδιαφέρων από τα βιβλία του.

-Υπάρχουν βιβλία στα οποία επιστρέφετε ξανά και ξανά;
Πριν τα τριάντα μου επέστρεφα συνεχώς στα ίδια βιβλία (όπως και στις ίδιες ταινίες και στους ίδιους δίσκους). Χρειαζόμουν μια επιβεβαίωση για το ποιος ήμουν, έψαχνα τα ίδια αισθήματα που μου είχαν γεννηθεί κατά την πρώτη μας συνάντηση. Συχνά απογοητευόμουν. Αυτό που παλαιότερα φάνταζε στα μάτια μου αριστούργημα, τώρα το έβρισκα αδιάφορο έως φρικτό, υπεύθυνο μάλιστα για πολλές «βλαβερές» διανοητικές μου έξεις (π.χ. ο Τρυποκάρυδος του Τομ Ρόμπινς, η τριλογία του Σάμπατο). Αντίθετα, υπάρχουν και βιβλία που κάθε φορά έχουν να μου πουν κάτι καινούργιο και σημαντικό, με τον  Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα του Μπουλγκάκοφ να αποτελεί το απόλυτο προσωπικό μου τέτοιο παράδειγμα.

– Ο μεγαλύτερος μύθος που συνδέεται με την βιβλιοφιλία είναι…
Η συμβουλή «στις διακοπές να διαβάζετε βιβλία» από εκπαιδευτικούς που στο σπίτι τους λιώνουν στην τηλεόραση.

-Ποιος είναι για σας ο ιδανικός τόπος για ανάγνωση;
Εκεί όπου μπορώ να είμαι ξένος και να διαβάζω ανενόχλητος ανάμεσα σε πολλούς ανθρώπους, σε μέσα μαζικής συγκοινωνίας, πάρκα και εστιατόρια. Μου αρέσει να σηκώνω το βλέμμα από το βιβλίο και να κοιτώ αμέτοχος την κίνηση. Η αγαπημένη μου όμως στιγμή είναι όταν, γεμάτος από εντυπώσεις, ανακάθομαι και αφήνομαι στο όποιο κομμάτι ουρανού μού αναλογεί.

– Η βιβλιοθήκη κάποιου διηγείται και την ιστορία της ζωής του;

Ναι. Αντίθετα όμως από τον ιστορικό που εξετάζει εκ του σύνεγγυς τις  πηγές, ο αυτοβιογραφούμενος θα πρέπει να βασιστεί μόνο στη μνήμη του για να μην διαφθείρει το υλικό. Χωρισμοί, μετακομίσεις και δανεισμένα βιβλία συνιστούν εμπόδια σε μια τέτοια αναψηλάφηση του παρελθόντος. Πάντα κάποια επεισόδια αυτής της ιστορίας θα είναι εκτός ελέγχου, θα βρίσκονται σε άλλες βιβλιοθήκες, ιδιωτικές και δημόσιες. Βρίσκω τρομακτικό το όραμα ενός βιβλιόφιλου που έχει στην ιδιοκτησία του όλα τα βιβλία που διάβασε.

– Τι σκέφτεστε, όταν βλέπετε στην βιβλιοθήκη σας τα βιβλία, που ακόμη δεν προλάβατε να διαβάσετε;
Σκέφτομαι ένα στίχο από ένα τραγούδι των Stoneroses (πριν τους πάρει η κάτω βόλτα): “Stop the world/I’m getting off”. Δεν πετυχαίνει όμως. Ο κόσμος δε σταματά να γυρνάει. Έχω αναλάβει συνειδητά ευθύνες με αποτέλεσμα να μη θέλω να πηδήξω εν κινήσει. Παλαιότερα το είχα κάνει. Είχα μείνει δυο μήνες στο κρεβάτι διαβάζοντας, δίχως να είμαι άρρωστος. Τώρα θέλω να μεγαλώσω τη μέρα και τις αντοχές μου. Ακόμη δεν έχω συμβιβαστεί με την ιδέα ότι δεν θα προλάβω να διαβάσω στη ζωή μου όλα τα βιβλία που θέλω.

* Το μυθιστόρημα του Γιώργου Στόγια Εαρινό Εξάμηνο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Απόπειρα

http://www.parallaximag.gr/books/min-elpizete-na-apallageite-apo-ta-vivlia-giorgos-stogias

 

Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

Ο Γιώργος Στόγιας απαντά
στο Ερωτηματολόγιο του Προυστ

 Ποιο είναι το κυρίαρχο γνώρισμα του χαρακτήρα σας;Δεν τελείωσα ποτέ τον δεύτερο τόμο του «Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες». 

Ποια αρετή ζηλεύετε σ’ έναν άντρα; Το να είναι σοβαρός δίχως σημασία.  

Ποια αρετή ζηλεύετε σε μια γυναίκα; Το να βάφεται επιμελώς και αδίκως.  

Τι εκτιμάτε περισσότερο στους φίλους σας; Τα καλά λόγια για το έργο μου.

Ποιο είναι το βασικό σας ελάττωμα; Όταν λέω ψέματα, το υπαινίσσομαι. 

Ποια είναι η αγαπημένη σας ενασχόληση; Να κατεβάζω με torrent  τα καινούργια  δισκάκια που πήραν βαθμολογία πάνω από 8 στο pitchfork.

Ποια είναι η εικόνα που έχετε για την ευτυχία; Παντελής απουσία spam.

Ποια είναι για εσάς η μεγαλύτερη δυστυχία; Να περιμένω χωρίς βιβλίο.  

Εάν δεν ήσασταν ο εαυτός σας, ποιος θα θέλατε να είστε; Ένας νεκρός, για να δω πώς είναι.

Σε ποια χώρα θα θέλατε να ζείτε; Στην Αυστραλία, στα προάστια του Perth.

Το αγαπημένο σας χρώμα; Ότι βλέπω είναι αρκετό, δεν έχω προτιμήσεις. 

Το αγαπημένο σας λουλούδι; Το Desert rose των Last Drive. 

Το αγαπημένο σας πουλί; Αυτά είναι ιδιωτικά ζητήματα.

Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας συγγραφείς; Όλοι οι εκσυγχρονιστές του ΠΑΣΟΚ.

Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας ποιητές; Οι ανώνυμοι στα ημερολόγια τοίχου.

Οι αγαπημένοι σας λογοτεχνικοί ήρωες; Είμαι ανάμεσα στον Σεραφίνο και τον Τιραμόλα.

Οι αγαπημένες σας λογοτεχνικές ηρωίδες; Οι γυναίκες του Σέξπηρ που μεταμφιέζονται σε άντρες ενώ τις υποδύονται άντρες.

Οι αγαπημένοι σας συνθέτες; Το τρίο Stock Aitken Waterman. 

Οι αγαπημένοι σας ζωγράφοι; Οι κόρες μου γιατί είναι οι μόνες που μπορώ να αγοράσω τους πίνακές τους. 

Οι ήρωες σας από την πραγματική ζωή; Η ζωή είναι όνειρο. 

Ποιες ιστορικές προσωπικότητες αντιπαθείτε περισσότερο; Όλους τους Μέγα, με το Θεοδόσιο εκτός συναγωνισμού. 

Οι αγαπημένες σας ηρωίδες από την παγκόσμια ιστορία; Στο σχολείο κάναμε μόνο ελληνική για άντρες.  

Το αγαπημένο σας φαγητό και ποτό; Φτηνά κορνφλέικς με ελαφρά ληγμένο γάλα.

Τα αγαπημένα σας ονόματα; Θέλμα και Λουίζ. 

Τι μισείτε περισσότερο; Να απλώνω τα ρούχα. 

Ποιο ιστορικό στρατιωτικό γεγονός θαυμάζετε περισσότερο; Τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. 

Με ποιο φυσικό ταλέντο θα θέλατε να είστε προικισμένος; Την κληρονομική κλίση προς τον πλουτισμό. 

Με ποιον τρόπο θα επιθυμούσατε να πεθάνετε; Να δω τον κατάλογο ή προτείνετε το πιάτο ημέρας;

Σε ποια πνευματική κατάσταση βρίσκεστε αυτό τον καιρό; Το τελευταίο μισάωρο σε δυστοκία.

Σε ποια λάθη δείχνετε τη μεγαλύτερη επιείκεια; Σε αυτά που βλάπτουν μόνο αυτόν που τα διαπράττει. 

Το αγαπημένο σας απόφθεγμα; Μια φορά καπνιστής, πάντα καπνιστής. 

http://www.ideostato.gr/2013/05/blog-post_9441.html

Φιλοξενούμενος στο αίθριο του Πανδοχείου: Μια συνέντευξη στον Λάμπρο Σκουζάκη:

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Ευχαρίστως, σας προτείνω όμως να πάμε στις 04:48, όπως ήταν ο τίτλος του τελευταίου έργου της Σάρα Κέιν, μήπως πάρουμε καμιά λογική κουβέντα από τους ήρωές του. Την υπόλοιπη ημέρα, στα μαθήματα, στα ρακάδικα, στα μπαρ, στις ερωτοτροπίες και στις παραισθήσεις, δεν πρόκειται να μας δώσουν ιδιαίτερη σημασία, υπεροπτικοί και αγενείς μέσα στον φοιτητόκοσμό τους. Τέτοιες στιγμές όμως είναι σαν να προσγειώνονται βίαια στην πραγματικότητα (που οι ίδιοι αμφισβητούν ότι υπάρχει). Ανάμεσα στα συντρίμμια μπορεί να βρούμε το μαύρο κουτί που περιέχει τόσο τους χειρισμούς που οδηγούν κάθε νύχτα στο οιονεί μοιραίο ατύχημα, αλλά και πιο πίσω, τον σχεδιασμό της πτήσης.   

earino  front coverΈχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Ο ιδανικός μου τόπος για να γράφω θα ήταν ένα ηχομονωμένο διαφανές γυάλινο δωμάτιο σε ένα πολυσύχναστο καφεστιατόριο όπου κανείς δεν θα μου δίνει σημασία και εγώ θα μπορώ να σηκώνω το κεφάλι από την οθόνη του υπολογιστή μου, να αφήνομαι για λίγο στην παρακολούθηση της δραστηριότητας των άλλων, ένα είδος κοινωνικού θεάτρου δίχως δράμα, και μετά να επιστρέφω στην ιστορία μου…

Το καλοκαίρι του 2010, προσπαθούσα για δυο μήνες στο γραφείο μου να ζωντανέψω την πρώτη πρόβα στην οποία συμμετέχει η Ντίνα, η πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος «Εαρινό Εξάμηνο». Χρειάστηκε να βρεθώ μέσα Αυγούστου στο βροχερό Άμστερνταμ, σε ένα προσωπικό συνεχές διάλειμμα από τις εργασίες ενός διεθνούς συνεδρίου Ιστορίας, σε ένα πολυγλωσσικό περιβάλλον που έσφυζε από, αδιάφορη προς εμένα, ανακουφιστική φλυαρία, για να καταφέρω, ελεύθερος πια από καθρέφτες και πειρασμούς, να ολοκληρώσω τη σκηνή και να προχωρήσω στο σκοτεινότερο δεύτερο μέρος του βιβλίου μου.

22-1Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Επειδή όσο καιρό είμαστε μαζί τούς δίνω τα πάντα που έχω, συχνά σε βάρος του σώματός μου και των πραγματικών ανθρώπων γύρω μου (εννοώ αυτούς που δεν είναι μόνο στο μυαλό μου αλλά και στο δικό τους), όταν τελειώνει αντικειμενικά η σχέση μας, προσπαθώ να τους ξεχάσω, σαν ποτέ να μην ήταν τίποτα περισσότερο από χαρακτήρες στο χαρτί ή στη σκηνή. Συμπεριφέρομαι δηλαδή σαν εραστής που μετά τον χωρισμό προετοιμάζεται να αποκρούσει κάθε πιθανή υπόμνηση από το παρελθόν, αλλάζω διεύθυνση, τηλέφωνα, ντύσιμο και μέρη που συχνάζω. Δεν μαθαίνω ποτέ αν η αγάπη μου πληγώθηκε από τη στάση μου γιατί και αυτή εξαφανίζεται, σαν να μη ζήσαμε τίποτε ποτέ μαζί, ένα αίσθημα κενού που μου γεννάει απορία σχετικά με τη σκοπιμότητα της δικής μου δημιουργικότητας. Ώσπου, δυο-τρία χρόνια μετά την τελευταία φορά που ειδωθήκαμε, εμφανίζεται ξαφνικά σαν φάντασμα και χωρίς λόγια μου εξηγεί τα πάντα, γιατί έκανα εκείνο το έργο, τι σήμαινε για μένα, πού έκανα λάθος.

Βίτκιεβιτς 1Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Στο θεατρικό «Η μεταφυσική ενός δικέφαλου μοσχαριού» του Πολωνού συγγραφέα Στάνισλαβ Βίτκιεβιτς υπάρχει ένας ήρωας, ο Πάρβις, που συχνάζει στα μπαρ του Σίδνεϊ και πυροβολεί όποιον τον αποκαλέσει «καλλιτέχνη». Με παρόμοια λογική, που δεν αντέχω όμως να την φτάσω στα άκρα γιατί δεν μισώ τον εαυτό μου στο σημείο που το έκανε εκείνος αλλά και ο δημιουργός του, δεν θέλω να έχω συνήθειες, μέθοδο, ταυτότητα, υποχρέωση, επαγγελματική σχέση με τις ιδέες μου. Θέλω να επιτρέπω στον εαυτό μου τη δυνατότητα να μην ξαναγράψω λέξη εάν δεν έχω σοβαρό λόγο να το κάνω. Ακόμη καλύτερα: ο κανόνας να είναι να μην ξαναγράψω τίποτα, παρά μόνο στην περίπτωση που θα νιώθω την απόλυτη ανάγκη γιατί έχω κάτι να πω και θέλω να το βάλω σε λέξεις… Σε πιο πρακτικό επίπεδο, την κατεύθυνση των επόμενων βημάτων, στο πλαίσιο πάντα του μεγάλου σχεδίου της αφήγησης, την επεξεργάζομαι σε καταστάσεις όπου δεν έχω τον συνήθη έλεγχο του σώματός μου, όπως όταν τρέχω, όταν κάνω μπάνιο, όταν με παίρνει ο ύπνος (ευτυχώς όχι όταν κάνω έρωτα!). Η λεπτομερής δουλειά όμως γίνεται κατά τη διαδικασία της γραφής, όπου πολλές ειλημμένες αποφάσεις αναθεωρούνται.

1732Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Σαν να είμαι βγαλμένος από παροιμία προτιμώ να κοιμάμαι με τις κότες και να ξυπνάω πολύ νωρίς, έχοντας μπροστά μου όλο το πρωινό για δουλειά. Δυστυχώς, λόγω επαγγελματικών, κοινωνικών και οικογενειακών υποχρεώσεων, σπάνια έχω την πολυτέλεια για πολλές ώρες απρόσκοπτης συγκέντρωσης. Έτσι, κλέβω χρόνο από όπου βρω και μετά προσπαθώ να ενώσω τα αποσπασματικά διαστήματα δημιουργικότητας σαν τα αδρά κομμένα κομμάτια ενός παζλ του οποίου δεν έχω τη συνολική εικόνα (αλλά ξέρω ότι υπάρχει).

Έχω ένα «θεματάκι» με το στοματικό στάδιο που μου βγαίνει σε όλη του την ένταση όταν έχω αγωνία. Παλαιότερα, στις πρόβες κάπνιζα πακέτα ολόκληρα, ενώ τα τελευταία χρόνια που έχω κόψει το τσιγάρο, όποτε στο γράψιμο βρίσκομαι σε αδιέξοδο ανοίγω την πόρτα του ψυγείου για να βρω συναισθηματική συμπαράσταση και ενέργεια. Γνωρίζω βέβαια ότι όλα αυτά είναι ένα αργά καταστροφικό μίγμα από παιδικές ανασφάλειες και κακές τεμπέλικες συνήθειες που ουσιαστικά δεν έχουν καμία σχέσηPortrait_of_Henry_James_1913 με τη δημιουργικότητα. Έχω ξεκινήσει ήδη να ελέγχω αυτή την αδυναμία μου. Δεν έχει νόημα να κάνω κάτι που το έχω επιλέξει μόνος μου, που μπορεί να με ικανοποιήσει, και μετά να νιώθω πιο δυστυχισμένος και γελοίος από ό,τι πριν.

Η μόνη ώρα που δεν ακούω μουσική είναι όταν γράφω (στον ύπνο μου συχνά βλέπω ότι ψαχουλεύω βινύλια σε ένα δισκάδικο της φαντασίας μου που έχει όλα αυτά που έψαχνα καιρό, ακόμη και από συγκροτήματα που δεν υπάρχουν). Πριν από πολλά χρόνια ήμουν με μια κοπέλα σε μια πανέμορφη ερημική παραλία. Σχεδόν προσβεβλημένη, με ρώτησε γιατί έπρεπε, ακόμη κι εκεί, να κουβαλώ μουσική (από το φορητό στέρεο ακουγόταν το “Let’s see the sun” των Fleshtones). Η απάντηση που της έδωσα ήταν πως «έχω την ανάγκη μιας συνεχούς αναφοράς σε έναν παράλληλο κόσμο από τον οποίο να παίρνω δύναμη και ιδέες». «Μοιάζει με θρησκεία, έστω κοσμική πίστη», θα μπορούσε να μου είχε αντιτείνει και να κάναμε ωραία κουβέντα, αλλά εκείνη απλά στραβομουτσούνιασε και απομακρύνθηκε.

Albert_Edouard_Sterner_-_Portrait_d'Oscar_WildeΌταν γράφω όμως, φτιάχνω εγώ τον παράλληλο κόσμο και θέλω να συγκεντρώνομαι απόλυτα, είναι η ώρα της σοβαρής δουλειάς. Ουσιαστικά, πάλι ακούω μουσική, αλλά αυτή τη φορά είναι η δική μου.

Δυσκολεύομαι να απαντήσω την ερώτηση σχετικά με το ποιες είναι οι μουσικές μου προτιμήσεις, είναι σαν να μου ζητάτε την αυτοβιογραφία μου. Παίρνοντας την ευκαιρία από το Grotesque των The Fall πουακούω τη στιγμή αυτή που γράφω, θα έλεγα ότι βρίσκομαι γύρω από ένα μόνιμο 1979, εκεί που το πανκ προσπαθεί να σκεφτεί, να αποκτήσει ιστορική συνείδηση και να υπερβεί τα όρια του, επικοινωνώντας με άλλα ρεύματα και αναδημιουργώντας τον εαυτό του.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Οι σπουδές μου είναι στα Παιδαγωγικά και στην Ανάπτυξη αναλυτικών προγραμμάτων και βιοπορίζομαι από την εργασία μου ως εκπαιδευτικός πρωτοβάθμιας και ως εμψυχωτής θεατρικών εργαστηρίων σε σχολεία της Ζώνης Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας. Στο «Εαρινό Εξάμηνο» υπάρχει ένα κεφάλαιο όπου η Ντίνα δέχεται να δουλέψει εθελοντικά ως εμψυχωτής θεατρικού παιχνιδιού στο υπό κατάληψη κτίριο όπου στεγάζεται ένα Κέντρο Υποστήριξης Μεταναστών. Στο πρώτο μάθημα κάνει τουλάχιστον δέκα σοβαρά παιδαγωγικά λάθη και οι συνέπειες δεν θα αργήσουν να φανούν. Εκεί, σίγουρα υπάρχει εμφανή απορρόφηση της επαγγελματικής εμπειρίας μου στη γραφή (η διαφορά είναι ότι εγώ δεν έκανα ποτέ και τα δέκα λάθη στο ίδιο μάθημα!).

31 dina-saur-1-finalΔεν ξέρω πώς θα ήταν η γραφή μου αν έκανα άλλη δουλειά, ή αν είχα εισοδήματα από τον ουρανό και μπορούσα να αφοσιωθώ σε αυτά που θέλω. Σε γενικότερο επίπεδο, θα μπορούσα να αναφερθώ και σε άλλες συνδέσεις μεταξύ της διδακτικής και της συγγραφικής εμπειρίας, πάντα με τον κίνδυνο της απλούστευσης: Η αργή και κοπιώδης εξέλιξη, σε σημείο να δίνει την εντύπωση ακινησίας, ώσπου ξαφνικά γίνεται ένα άλμα και ο μαθητής έχει αποκτήσει νέες δεξιότητες, το κείμενο ρέει και αποκτά νόημα. Ο αναγνώστης στον οποίο απευθύνομαι μοιάζει στο μυαλό μου με ξύπνιο παιδί, ικανός να ενθουσιαστεί βαθιά και να συμμετέχει ενεργητικά όταν αξίζει το μάθημα που έχω προετοιμάσει, αλλά και ευαίσθητος σε σημείο να απογοητευτεί και να με κοιτάξει διαπεραστικά όταν νιώσει ότι τον κοροϊδεύω και ότι είμαι ένας μεγαλόσχημος απατεώνας.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Ποίηση έγραφα μέχρι τότε που μπορούσα να εκπλήξω τον εαυτό μου κάθε στιγμή. Έφτασε όμως η στιγμή που φοβόμουν την αμέσως επόμενη αντίδρασή μου. Τι θα έλεγα, τι θα έκανα, ήταν για εμένα ένα τρομακτικό μυστήριο. Έτσι ευχήθηκα να μην είμαι απρόβλεπτος κι ας χάσω την έμπνευσή μου. Ένα είδος συμφωνίας με το διάβολο, ανάποδη από εκείνη όπου κάποιοι δίνουν την ψυχή τους για την έμπνευση. Από τότε προσπαθώ να επαναδιαπραγματευθώ τους όρους της συμφωνίας, το μυθιστόρημά μου αποτελεί κομμάτι αυτής της προσπάθειας. Αν κάποτε τα καταφέρω, θα γράψω ποίηση ξανά.

mbΑν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Τον Μιχαήλ Μπουλκάκωφ. Διαβάζοντας τη ζωή και το έργο του συχνά κλαίω και άλλοτε γελάω (το εν μέρει αυτοβιογραφικό «Θεατρικό μυθιστόρημα» είναι γεμάτο κωμικά στοιχεία). Το να στέλνει γράμμα στον Στάλιν επαφιόμενος στην καλή του διάθεση, την ικανότητά του για αισθητικές κρίσεις αλλά και τα ανθρώπινά του αισθήματα, έχει κάτι γκροτέσκο που με γεμίζει τρόμο και οίκτο. Ναι, θα ήθελα πολύ να είχα τρεις μήνες να διαβάσω ξανά τα βιβλία και τα πάντα γύρω από αυτόν, με σκοπό να διερευνήσω τους τρόπους, μέσα στο ιστορικό πλαίσιο των είκοσι πρώτων χρόνων μετά τη ρωσική επανάσταση, που η ζωή και το έργο του είναι αλληλένδετα (ή να ανακαλύψω κενά διαστήματα, χάσματα μέσα από τα οποία ο συγγραφέας αποπειράθηκε να διαφύγει προς την ελευθερία).

Τι γράφετε τώρα; 

Δυο συλλογές με σύντομες ιστορίες, τη μία θα μπορούν να τη διαβάσουν και παιδιά.

artwork_images_425114561_801386_ronaldbrooks-kitajΠερί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Να μια ερώτηση που πάντα με δυσκολεύει, σαν να με ρωτούν ποιον από τους γονείς αγαπώ περισσότερο, κι αυτό επί εκατό. Για να μην δώσω «άσπρη κόλλα», Σαίξπηρ, Θερβάντες, Χένρι Τζέημς, Τόμας Χάρντι, Όσκαρ Ουάιλντ, Χέρμαν Μπροχ, Φίλιπ Ροθ. Άμα έρθει κανένας από αυτούς που άφησα έξω και δεν με αφήνει να ησυχάσω με τα παράπονά του, θα σας τον στείλω να του κάνετε ειδικό αφιέρωμα στο Πανδοχείο.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Πάλι ενδεικτικά, «Η ζωή του Τρίσταμ Σάντι» , «Μόμπι Ντικ», «Άννα Καρένινα», «Ευλογία της γης», «Ο Τυχερός Τζιμ», «Μόνος στο Βερολίνο», «Ο κυνηγός», «Γαλλική Σουίτα».

Αγαπημένα σας διηγήματα.

6a00e54fcf73858834017ee9c8e2ce970d-800wiΑυτή τη φορά θα είμαι απόλυτος: τα διηγήματα του Σίνγκερ Ισαάκ Μπάσεβις και του Δημήτρη Χατζή.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Για πολλά χρόνια δεν διάβαζα σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία. Φαίνεται ότι ζώντας κι εγώ τον μύθο της «ισχυρής Ελλάδας», νόμιζα ότι βρισκόμουν υπεράνω υλικών όρων, ένας «αναγνώστης του κόσμου» χωρίς δικό του τόπο (όχι γιατί τον έχει υπερβεί ουσιαστικά, αλλά γιατί απλά δεν θέλει να τον κοιτάει). Μετά την προσγείωση, νιώθω μεγαλύτερη επιθυμία να διαβάσω κείμενα που έχουν γεννηθεί μέσα σε αυτή τη διαδοχή των εποχών, συγγραφείς με τους οποίους μοιράζομαι αναγκαστικά, κάποιες έστω, κοινές εμπειρίες. Ακόμη κι αν η θεματολογία των βιβλίων δεν έχει καμία σχέση με την επικαιρότητα, μου φτάνει ότι η δημιουργία τους έγινε σε τόπο και χρόνο κοντινό προς την παρούσα κατάσταση. Από όσα διάβασα φέτος από νεοεμφανιζόμενους συγγραφείς, μεγαλύτερη εντύπωση μού έκαναν οι «Ιστορίες του Χαλ» του Γιώργου Μητά, και έγραψα για αυτές.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Nicholas Urfe, ο πρωταγωνιστής στον «Μάγο» του Τζων Φώουλς. Αγαπημένος βέβαια για τη θέση του μέσα στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα. Ζηλευτός είναι μόνο κάποιος που η ζωή του και των αγαπημένων του κυλάει δίχως τρομαχτικές ατThe Magus - John Fowlesυχίες. Από εκεί και πέρα, κανείς δεν ξέρει τι συμβαίνει ακριβώς στον εσωτερικό κόσμο ενός ανθρώπου (ακόμη κι ενός λογοτεχνικού ήρωα) για να μπορεί να πει ότι τον ζηλεύει και θα ήθελε να αλλάξουνε θέσεις.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Το The Books’ Journal. Πάντα αντιλαμβανόμουνα κάθε προσέγγιση που συνηγορεί υπέρ της απόλυτης αυτονομίας της αισθητικής από την πολιτική, ως συντηρητική. Δεν αναφέρομαι βέβαια σε κυριαρχία του ενός «κόσμου» πάνω στον άλλον, αλλά σε αλληλεπίδραση, σε εμπλουτισμό και εμβάθυνση της προσέγγισης μέσα από την επικοινωνία. Έτσι, μου αρέσει να διαβάζω ένα περιοδικό που φιλοξενεί απόψεις και κριτικά σημειώματα για μια ποικιλία θεμάτων που με ενδιαφέρουν, με επίκεντρο πάντα τη «μανία» για τα καλά βιβλία και τον πολιτισμένο διάλογο.

Hermann%20BrochΤι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Τρία βιβλία που διάβασα τους τελευταίους μήνες και που πιστεύω ότι θα θυμάμαι για πάντα ήταν το « Η Ευρώπη μετά τον πόλεμο» του Τόνι Τζαντ (αν κάποιος με ρωτούσε για το «ένα» βιβλίο που θα του πρότεινα να διαβάσει, θα ήταν αυτό), το «Ο Πότης» του Χανς Φάλαντα και  το «Ιστορία αγάπης και σκότους» του Άμος Οζ.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Θεωρώ την κριτική εξίσου σημαντική με το ίδιο το έργο, όπως και γενικότερα στην τέχνη. Θέλω να συμμετέχω σε συζητήσεις σχετικά με την υποκειμενική πρόσληψη ενός βιβλίου, αλλά και τους κοινωνικούς όρους που επηρεάζουν την παραγωγή και τους τρόπους πρόσληψης από τους διάφορους αναγνώστες. Δεν είμαι φίλος του μυστικισμού σε οποιαδήποτε μορφή. Διαβάζω έναν κριτικό, ανεξάρτητα από το αν γράφει σε έντυπο ή ηλεκτρονικό μέσο, αρκεί να νιώθω ότι έχει κάτι να μου πει (και ότι έχει όντως διαβάσει ο ίδιος τα βιβλία για τα οποία γράφει!).

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Στα δεκαοχτώ μου, μεgabriel-garcia-marquez-cien-anos-de-soledadτά τις Πανελλαδικές, κι αφού είχαν βγει τα αποτελέσματα με τα οποία περνούσα στο Ρέθυμνο, πήγα με φίλους από την Καλλιθέα διακοπές στην Πάρο. Κλασική αντροπαρέα για μπαρότσαρκες και καμάκι. Τα πρωινά στη θάλασσα ήταν υποφερτά αλλά τις νύχτες σκυλοβαριόμουν να περιμένω σειρά στο κάθε μαγαζί για να βλέπω τουρίστριες να χορεύουν το Sunday Bloody Sunday. Το τρίτο βράδυ τη σκαπούλαρα, βρήκα ένα θερινό σινεμά και είδα το «Αριστερό μου πόδι». Το τέταρτο πρωί αποχαιρέτησα την έκπληκτη παρέα μου και πήρα το πλοίο να επιστρέψω στον Πειραιά. Στο κατάστρωμα, να με χτυπάει ο ήλιος, ο αέρας και η κάπνα από το φουγάρο, θυμάμαι να διαβάζω το «Εκατό χρόνια μοναξιά», συνοδεύοντάς το με ένα λίτρο κόκκινο κρασί, ένα καρβέλι ψωμί και τυρί κρέμα σε τριγωνάκια. Κάποια στιγμή με πήρε ο ύπνος. Η νέα μου ζωή ξεκινούσε, άφηνα πίσω τον κόσμο της οικογένειας και του σχολείου. Και μετά ξύπνησα σε άσχημη κατάσταση, και έπιασα ξανά το βιβλίο, σαν να ήταν το μόνο σταθερό σημείο εν μέσω αβέβαιης πελαγοδρόμησης.

Περί αδιακρισίας

Με ποιο τρόπο εμπλέκεστε με το θέατρο και ποιο το έργο της θεατρικής ομάδας De Gustimus;

Βικτορ 1Από πολύ μικρός σκεφτόμουν συχνά ότι όλα αυτά που βλέπω γύρω μου δεν μπορούσε να είναι ακριβώς αλήθεια. Μου φαίνονταν «πολύ κακό για το τίποτα», μια σπατάλη πόρων και δραστηριότητας χωρίς κατεύθυνση, ή, ακόμη χειρότερα, σε λάθος κατεύθυνση. Επίσης, μερικές φορές είχα την εντύπωση ότι αυτή η φανφάρα στηνόταν ειδικά για μένα, άμα τη αφίξει μου. Με έπιανε τότε μια διπλή μανία: Από τη μια, να αποκαλύψω την απάτη συλλαμβάνοντας τους υπευθύνους της να διαπράττουν ένα σφάλμα λογικής ακολουθίας. Από την άλλη, καθώς αντιλαμβανόμουν το αναπόδραστο της ψευδαίσθησης, να επέμβω στη σκηνοθεσία με σκοπό να βελτιώσω αισθητικά το αποτέλεσμα. Ήδη από την εποχή της εφηβείας μου είχα καταλάβει ότι όλα αυτά συνδέονταν με το τραύμα του διαζυγίου των γονιών μου (που συνέβη όταν ήμουν ενός έτους) και την κατάστασή μου ως μοναχοπαίδι. Δεν άργησα να συνειδητοποιήσω πως, εάν δεν άλλαζα νοητικές συνήθειες, σύντομα θα φλέρταρα με την τρέλα, επίγνωση που κατέστη επικίνδυνα επίκαιρη κατά τα πρώτα δύο έτη της φοιτητικής μου ζωής.

Μάμετ 1Για να επιστρέψω στην ερώτησή σας, το θέατρο (και ειδικότερα η σκηνοθεσία, γιατί μέχρι τότε είχα παίξει μερικές φορές ως ηθοποιός) έγινε για μένα μια άσκηση ελευθερίας και συγχρόνως μια καθημερινή ανάγκη, όπως αυτή του βαριά αρρώστου που χρειάζεται το φάρμακό του για να βγάλει τη μέρα. Ήταν επιτέλους η δική μου ευκαιρία να ελέγξω εγώ τους όρους του θεάματος, ως μικρός θεός να δημιουργήσω πραγματικότητα από το μυαλό μου και τη φαντασία μου, και να την προσφέρω στους άλλους. Την ίδια στιγμή, η αποστασιοποίηση από αυτή την πρωτεϊκή φαντασίωση δεν θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερη: η ίδια η ύπαρξη των συνεργατών με τις δικές τους επιθυμίες, προθέσεις και δημιουργικότητα προσέδιδε στη διαδικασία των προβών και στο τελικό αποτέλεσμα έναν συλλογικό χαρακτήρα, ανώτερο σε ποιότητα από ό,τι θα είχα επιτύχει ποτέ μόνος μου. Οι πρακτικές λεπτομέρειες, από την κατασκευή και το κουβάλημα των σκηνικών μέχρι τους υπολογισμούς των οικονομικών, λειτουργούσαν ως «αντιμαγεία», επέτειναν την αίσθηση της ομορφιάς μιας τέχνης που περνάει τελικά από τα χέρια μου. Το αποκορύφωμα όμως ήταν πάντα οι παραστάσεις, και ειδικότερα οι καλές, εκείνες δηλαδή στις οποίες ένιωθα τη μεγαλύτερη επικοινωνία μεταξύ κειμένου, σκηνοθετικού οράματος, ηθοποιών στη σκηνή και κοινού. Μια τέτοιου είδους έκθεση και δημιουργικότητα με αποσπούσε από την ατομική μου ιστορία και με ενέγραφε σε μία άλλη, που σχετιζόταν με τις παραστάσεις που είχα δει στα θέατρα της Αθήνας, και γενικότερα με τα μυθιστορήματα που διάβαζα, τις ταινίες που παρακολουθούσα, τη μουσική που άκουγα.

witkiewiczΟι De Gustimus ήταν μια κολεκτίβα που αντί για ροκ μουσική έκανε θέατρο, μια συνεχής μάζωξη τεράτων της φύσης που, αντί να τρομοκρατούν τον εαυτό τους και τους άλλους, ανέβηκαν στη σκηνή. Ένα τσίρκο με ισχυρές προσωπικότητες στη θέση των άγριων ζώων, να περιφέρονται έξω από τα κλουβιά και να επιδεικνύουν τα θανατηφόρα χαρίσματά τους στους καταγοητευμένους θεατές που κρατούσαν την ανάσα τους υπό το φόβο ενός ατυχήματος. Με βάση το Ρέθυμνο, οι De Gustimus έδωσαν παραστάσεις στην Κρήτη και στην Αθήνα, σε ένα χρονικό διάστημα πέντε ετών, με συνολική συμμετοχή περίπου διακοσίων ανθρώπων, από την αρχική εκρηκτική ζωτικότητα έως την τελική γιγάντωση των αδιεξόδων. Από το «Βικτόρ ή τα παιδιά στην εξουσία» του Ρ.Βιτράκ (1993), η δύναμη της νιότης που επιτίθεται προκαταβολικά στον εαυτό της για να μη γεράσει ποτέ, το «Όνειρο καλοκαιρινής νυχτός» του Σέξπιρ (1994), οι γελοίες και υπέροχες ομοιότητες και διαφορές ανάμεσα στον ρομαντικό έρωτα και τις σχέσεις της μιας νύχτας, το «Η δολοφονία του Μαρά» του Πέτερ Βάις (1994), τα όρια της επαναστατικής ουτοπίας και της καταστολής της, το «Το στοίχημα» του Αντώνη Καναβούρα (1995), πιθανώς η πρώτη παράσταση bar theatre στην Ελλάδα, το «Η λέσχη της απάτης»  του Ντέιβιντ Μάμετ (1997), η διερεύνηση ενός κόσμου όπου τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται και όλοι είναι ύποπτοι προδοσίας, έως το «Η μεταφυσική ενός δικέφαλου μοσχαριού» του Στάνισλαβ Βιτκίεβιτς (1998), ο αποτυχημένος εξορκισμός των φαντασμάτων του παρελθόντος και των χαμένων προσδοκιών της ευτυχίας.

Thomas-Hardy-460_1006389cΜε ποιο τρόπο ασκείστε στην κριτική μουσικής και κινηματογράφου;

Είχα πάντα μανία να μοιράζομαι τις αισθητικές εντυπώσεις μου με τους φίλους μου, να ακούσουν σε ένα δίσκο αυτά τα θαυμαστά που άκουγα εγώ, ή να αποφύγουν μια ταινία για να μην υποβληθούν στο «μαρτύριο» που πέρασα, σε σημείο που να τους πρήζω. Αυτό κάνω ακόμα, τώρα πια για όποιον ενδιαφέρεται, στον «τοίχο» μου στο φέισμπουκ, στο μπλογκ Φελέκι, στην Εφημερίδα των Συντακτών, και, πρόσφατα, στο mic.gr.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

david lynchΟ σκηνοθέτης του κινηματογράφου που με γοητεύει, μέσα από τις αλλεπάλληλες μορφικές αναζητήσεις του αλλά και την επιμονή τού ουσιαστικά ίδιου από την αρχή αισθητικού οράματος, είναι ο Ντέιβιντ Λιντς. Σχετικά με το θέατρο, έγραψα πριν ένα χρόνο ένακείμενο στο οποίο μιλούσα για την αξεπέραστη έμπνευση που νιώθω ότι μου έχει δωρίσει το έργο του Λευτέρη Βογιατζή.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι και το ιστολογείν;

Πολύ θετικές. Στο διαδίκτυο ανακάλυψα εργαλεία επικοινωνίας με τρομερές δυνατότητες, διπλά χρήσιμες για ανθρώπους που ζουν, όπως εγώ, εκτός μητροπόλεων. Ακούγεται σαν από λυσάρι εκθεσάδικου αλλά έχει βάση: σημασία έχει ο τρόπος χρήσης, ο οποίος περισσότερο αντανακλά τις ιδιότητες του χρήστη παρά του μέσου. Έτσι, αν θέλει κάποιος να αιχμαλωτιστεί από τη ροή αποσπασματικών πληροφοριών να πέσει μέσα σε μια χοάνη σπαταλημένου χρόνου, αναλισκόμενος σε σκιαμαχίες παραφουσκωμένων εγώ, μπορεί θαυμάσια να το κάνει. Προσωπικά, μέσα από το διαδικτυώνεσθαι και το ιστολογείν, γνώρισα εξαιρετικούς ανθρώπους (με τους περισσότερους από τους οποίους η γνωριμία μας έχει συνεχιστεί και εκτός διαδικτύου), διαθέτω πλουραλιστικές πηγές ενημέρωσης και κριτικής για θέματα που ενδιαφέρουν, και, τέλος, είχα έναν εναλλακτικό τρόπο δημοσίευσης και επεξεργασίας και προβολής του μυθιστορήματός μου πριν τη χάρτινη έκδοση.

ΛΒΑν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Όπως σας έγραψα σε προηγούμενη ερώτηση, την έδωσα για πολύ «λιγότερα», για αυτό που αναφέρει το “I’m so tired” των Beatles: “I’d give you everything I’ve got for a little peace of mind”.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Πλησιάζουμε τις 3.500 λέξεις, δεν νομίζω ότι έχει νόημα να βασανίσω τον ευγενικό αναγνώστη που έφτασε μέχρι εδώ, συνεχίζοντας τις αυτοαναφορικές μου παρλάτες. Έχει πολύ πιο ενδιαφέροντα κείμενα να διαβάσει περιδιαβαίνοντας τους χώρους του φιλόξενου Πανδοχείου σας, ενός χώρου στον οποίο ένιωσα την ασφάλεια, την άνεση και τη διάθεση να μιλήσω επί μακρόν, και σας ευχαριστώ για αυτό.

Στις εικόνες: William Shakespeare, Henry James, Oscar Wilde, Mikhail Bulgakov, Philip Roth, Isaac Bashevic Singer, Hermann Broch, Thomas Hardy, Stanislaw Witkiewicz, David Lynch, Λευτέρης Βογιατζής. Τα σχέδια είναι από το Εαρινό Εξάμηνο και οι θεατρικές φωτογραφίες από τις αναφερόμενες παραστάσεις Η μεταφυσικού του δικέφαλου μοσχαριού [Στανισλάβ Βίτκιεβιτς], Βικτόρ ή τα Παιδιά στην Εξουσία [Ροζέ Βιτράκ] και Η Λέσχη της Απάτης [Ντέιβιντ Μάμετ].

19/07/13 http://pandoxeio.com/2013/07/19/aithrio130stogias/

Γιώργος Στόγιας

ΤΕΤΑΡΤΗ, 09 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2013 10:02
E-mailΕκτύπωση

altΣτον Κώστα Αγοραστό

Πρώτο μυθιστόρημα για τον Γιώργο Στόγια με τίτλοΕαρινό εξάμηνο (εκδ. Απόπειρα). Μιλήσαμε μαζί του για τη διαδικασία της συγγραφής του βιβλίου καθώς και τη διαδραστική σχέση που αναπτύχθηκε με τους αναγνώστες, πριν από την έκδοση του βιβλίου.

Το Εαρινό εξάμηνο είναι το πρώτο σας βιβλίο. Πείτε μου ποιο ήταν το έναυσμα για να ξεκινήσετε να το γράφετε;

Δεν θυμάμαι, χτυπούσα το πληκτρολόγιο για μήνες και έσβηνα σχεδιάσματα θεατρικών και διηγημάτων, μέχρι που ένας διάλογος γλύτωσε από τον Καιάδα και άρχισε να αναπτύσσεται. Αν κάτι πρέπει να ξεχωρίσω από εκείνη την εποχή (ξεκίνησα το μυθιστόρημα δυο μήνες μετά τον Δεκέμβρη του ’08) είναι η πρωτοφανής για τη γενιά μου ένταση της πολιτικής μισαλλοδοξίας που έβλεπα σε πολλά πρόσωπα, και πρώτα στο δικό μου.

Η ηρωίδα σας εντάσσεται στην καθημερινότητα με μια δική της εκδοχή της ροκ μυθολογίας. Μιλήστε μου γι’ αυτή.

Η Ντίνα πιστεύει ότι κανονικά, εάν υπήρχε καλλιτεχνική αστυνομία, θα έπρεπε να είχε από κάτω της χιλιάδες να παραληρούν σε κάθε της λίκνισμα στη σκηνή. Καθώς αντιλαμβάνεται ότι μια τέτοια αξίωση είναι τραβηγμένη ακόμη και για τα δεδομένα της (πόσω μάλλον που δεν ξέρει να παίζει όργανο άλλο από το σώμα της), αυτό που της μένει είναι η πραγματοποίηση μιας ουτοπίας/δυστοπίας: να «βγάλει αληθινά» τα αγαπημένα της τραγούδια.

Έχετε ασχοληθεί τόσο με το θέατρο όσο και με τη μουσική και αρθρογραφείτε σε εφημερίδες και στο διαδίκτυο. Πόσο σας βοήθησαν ή στάθηκαν εμπόδιο όλες αυτές οι ενασχολήσεις σας στο να ολοκληρώσετε το βιβλίο σας;

Τον καιρό της συγγραφής του Εαρινού, είχα κλείσει τα πάντα, αρθρογραφία, φέισμπουκ, ποτό, κοινωνική ζωή. Αν εξαιρέσουμε ότι πήρα είκοσι κιλά και η γυναίκα μου πήγε να με χωρίσει, μια χαρά ήτανε!

Για να απαντήσω όμως στην ερώτησή σας, οι ενασχολήσεις μου «made me what I am» που έλεγαν και οι Talking Heads, συνεπώς, όπως είπε ο Paul Simon, «who am I, to blow against the wind?»

altΤο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο που υπάρχει πίσω από την ιστορίας σας είναι πολύ ισχυρό. Πώς χειριστήκατε αυτή την πραγματικότητα;

Όπως η ηρωίδα μου, έτσι κι εγώ, ήθελα να αποφύγω το πολύ ισχυρό κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο. Δεν τα καταφέραμε όμως, έχω μια αίσθηση μάλιστα ότι δεν είμαστε οι μόνοι.
Ειδικά το ελληνικό πανεπιστήμιο, που αποτελεί τον βασικό σκηνικό περίγυρο της υπόθεσης, ήταν εδώ και πολλά χρόνια ο κατεξοχήν τόπος «εξαφάνισης» των ταξικών και πολιτισμικών διαφορών, διαφορών που επανεμφανίζονταν βέβαια κραταιές κατά τη μεταφοιτητική περίοδο των πρώην «μαγεμένων» ίσων. Από την εποχή όμως που οι πιθανότητες καθοδικής κοινωνικής κινητικότητας των πτυχιούχων σε σχέση με την πορεία των γονιών τους δείχνουν να είναι ισχυρές, το ελληνικό πανεπιστήμιο έμεινε «γυμνό».

Διαβάζω στο τέλος του βιβλίου: «Μια πρώτη μορφή του μυθιστορήματος δημοσιεύτηκε αρχικά σε συνέχειες στο διαδίκτυο. Τα σχόλια των αναγνωστών λήφθηκαν υπόψη κατά την τελική γραφή. Το βιβλίο είναι αποτέλεσμα αυτής της ανοιχτής διαδικασίας.» Μιλήστε μου γι’ αυτή τη διαδραστική εμπειρία συγγραφής.

Υπάρχει ένα στοιχείο υπερβολής σε αυτή τη δήλωση, δε γνωρίζω όμως πόσο μεγάλο είναι. Η διαδραστικότητα μπορεί να έχει δημιουργικά αποτελέσματα όταν τα διάφορα μέρη παίζουν ισότιμα, ή έστω έχουν συναποφασίσει τους όρους. Κάτι τέτοιο ίσχυε σχετικά με την ομάδα του Εαρινού (επιμελήτρια, σχεδιάστρια, ζωγράφος, μουσικός, συγγραφέας), αλλά δεν ίσχυε για τους αναγνώστες που διάβαζαν τα νέα κεφάλαια που αναρτούσαμε κάθε Δευτέρα και Παρασκευή. Παρομοιάζω την «παρουσία» των αναγνωστών με αυτή των θεατών σε ανοιχτές πρόβες ενός θεατρικού έργου, ένα ετερόκλητο κοινό που, σχολιάζοντας χωρίς δεσμεύσεις, δίνει το δικό του «σπρώξιμο» στην πορεία του έργου, όπως ακριβώς κάνει και το κοινό που μαζεύεται στις πρόβες του «Κρίμα που είναι πόρνη», στο θέατρο μέσα στο μυθιστόρημα.

Θεωρείτε ότι πλέον, με την κυριαρχία του διαδικτύου, ο πιο παραγωγικός τρόπος να γράψει κανείς ένα βιβλίο είναι να εμπλέξει και τους αναγνώστες στην τελική μορφή του κειμένου;

Όχι, δεν έχω κάποια ανάλογη θεωρία, η μόνη μου απόλυτη απαίτηση από τον συγγραφέα είναι να μπαίνει ο ίδιος στη θέση του αυστηρού ιδανικού αναγνώστη και να διαβάζει το κείμενό του σαν να ήταν ενός ξένου. Τα υπόλοιπα που σχετίζονται με την εμπλοκή του κοινού, κρίνονται κατά περίπτωση, από διαφημιστικό κόλπο έως ενδιαφέρον πείραμα.

Σε μια ειδική έκδοση του βιβλίου υπάρχει και ένα cd, στο οποίο περιέχεται μουσική που έγραψε ο Αντώνης Τσαγκάρης, εμπνευσμένη από το μυθιστόρημα. Πώς προέκυψε αυτό το side project;

Για να σπάσουμε λίγο τη μονοφωνία, θα ζητήσω από τον Αντώνη να απαντήσει στην ερώτησή σας:
Αντώνης Τσαγκάρης: «Με το Γιώργο είμαστε φίλοι χρόνια. Για αρκετά από αυτά τα χρόνια τον άκουγα να μιλάει περιστασιακά για το βιβλίο που έγραφε, και έτσι μου είχε δημιουργήσει φοβερή ανυπομονησία για το τελικό αποτέλεσμα (αλλά και την αδιόρατη ανησυχία ότι το βιβλίο δεν θα τελείωνε ποτέ). Διαβάζοντας το πρώτο κεφάλαιο, δε μεταφέρθηκα ούτε στο CBGB, ούτε στο Ρόδον (όπως φαντάζομαι ότι προσδοκούσε ο Γιώργος) αλλά σε τοπίο κινηματογραφικής Americana. Πρότεινα λοιπόν στο Γιώργο να γράφω ένα κομμάτι κάθε εβδομάδα που θα αντιστοιχούσε (χαλαρά) στα προσφάτως δημοσιευμένα κεφάλαια στο διαδίκτυο».

Γράφοντας το Εαρινό εξάμηνο ποιος ήταν ο στόχος σας και κατά πόσο θεωρείτε ότι τον έχετε επιτύχει;

Ο στόχος μου ήταν πολύπλευρος: να γίνω άλλος άνθρωπος, να επηρεάσω τον κοινωνικό διάλογο περί πολιτικής και αισθητικής στην Ελλάδα προς την κατεύθυνση των ιδεών μου, να γράψω ένα αριστούργημα, και να γίνει το βιβλίο ταινία στο Χόλιγουντ. Από τα παραπάνω, βρίσκομαι σχετικά πιο κοντά στο τελευταίο.

09/10/13 Bookpress http://www.bookpress.gr/sinenteuxeis/ellines-ii/giorgos-stogias

Librofilo: Ακούστε το podcast της εκπομπής Booktalks@Amagi radio, του Σαββάτου 19/10. Την πρώτη ώρα διαβάζουμε αποσπάσματα από το βιβλίο της Σ.Χούστβεντ “Το καλοκαίρι δίχως άντρες”, ποίηση της Ε.Ντίκινσον και ακούμε το ένθετο “Στη φωλιά τού (βιβλιο)κούκου” με αφιέρωμα στους “βιβλιοφάγους” και σε εναρκτήριες φράσεις βιβλίων ενώ στη δεύτερη ώρα συνομιλούμε με τον συγγραφέα Giorgos Stogiasμε αφορμή το μυθιστόρημά του “Εαρινό εξάμηνο”. Καλή ακρόαση
http://www.mixcloud.com/Librofilo/booktalks-%CE%B5%CE%BA%CF%80%CE%BF%CE%BC%CF%80%CE%AE-19-%CE%BF%CE%BA%CF%84%CF%89%CE%B2%CF%81%CE%AF%CE%BF%CF%85-2013/
(
19/10/13)

Advertisements