Nefeli’s Sanctuary For Lost Souls

by giorgosstogias

Η ώρα ήταν επτά και τέταρτο και ο Ορέστης την έψαχνε. Η Ντίνα ζήτησε από τη Μαρία Νεφέλη να την κρύψει και να την αφήσει να περάσει τη νύχτα στο σπίτι της. Της ανακοίνωσε ότι θα παρατούσε το έργο, ήταν η πρώτη στην οποία το έλεγε.
«Γιατί;»
«Έτσι. Έτσι όπως το ξεκίνησα».
«Αφού τ’ αγαπάς το θέατρο».
«Δεν αγαπώ τίποτε πια… Σε πειράζει να κάνω ένα τσιγάρο;»
«Στο σπίτι μου; Με την κυρία Αντωνία από κάτω; Σού ‘στριψε;»
«Ένα τριφυλλάκι και πάω για ύπνο σαν καλό κορίτσι, σε παρακαλώ».
«Κάνε ό,τι θες, αν με διώξει, θα με φιλοξενήσεις ένα μήνα. Πάω να σου στρώσω».
Ευτυχώς που υπάρχουν κι οι πρακτικοί άνθρωποι. Όταν μάλιστα αποδεικνύονται και καλοί φίλοι είναι αξιοζήλευτοι. Δεν μπορούν όμως όλοι να είναι τόσο τέλειοι. Η Ντίνα κοιμήθηκε με την εικόνα του Ορέστη να γρονθοκοπάει μια πόρτα. Ήταν του σπιτιού της, όχι αυτού εδώ που έμενε. Τελικά, δεν χρειάζεται και πολλή φαντασία. Έτσι ακριβώς συνέβαινε, εξακόσια μέτρα μακριά. Η Ντίνα ήταν ασφαλής, έστω για απόψε. Το αύριο ήταν μακριά.

Advertisements