Εξαγριωμένοι ονειροπόλοι

by giorgosstogias

ImageΗ Λίνα Πανταλέων γράφει στην Καθημερινή για το Εαρινό Εξάμηνο.

Η βάναυση διάψευση μιας ολόκληρης γενιάς στην Ελλάδα της κρίσης

Με σαρκαστική ελαφρότητα ο Γιώργος Στόγιας (γεν. 1973) γράφει ένα μυθιστόρημα για μία από τις απροσμάχητες αξίες της εποχής μας, τη νεότητα. Ενα νόμισμα ανθεκτικό στις υποτιμήσεις, αλλά που συχνά αποδεικνύεται κίβδηλο, ανύποπτα εύκαμπτο. Οι σημερινοί νέοι παραμένουν ονειροπόλοι και ανεξημέρωτοι, έχοντας ωστόσο να αντιμετρηθούν με τα απύθμενα βάραθρα που ανοίγονται μπροστά τους εξαιτίας της κοινωνικοπολιτικής κατάρρευσης. Το παράδοξο είναι πως, ενώ οι συνθήκες που τους αντιμάχονται υπερβαίνουν καταφανώς τις δυνάμεις τους, πρωτίστως την ανολοκλήρωτη πολιτισμική και ηθική διάπλασή τους, το παραμικρό ψέλλισμα εκ μέρους τους, ακόμα και το πιο σπασμωδικό άλμα στο κενό, το πιο ανώφελο ξέσπασμα, χαιρετίζονται όχι σπάνια με ενθουσιασμό, έναν ενθουσιασμό χωρίς κανένα αντίκρισμα. Η έμφυτη αυταρέσκεια των νέων παίρνει φωτιά, ενόσω ο κόσμος που αγωνιούν να πυρπολήσουν, ο ίδιος που τους κολακεύει για τα ανακλαστικά τους της αντίδρασης, τους αρνείται κάθε διέξοδο.

Οι φωτιές του Δεκέμβρη του 2008, ένας θνησιγενής θρίαμβος, σβήστηκαν έναν χρόνο αργότερα από το συλλογικό δέος ενώπιον της καλπάζουσας κρίσης. Στον απόηχο αυτής της μεγάλης στιγμής, που όσο θορυβωδώς ενέσκηψε τόσο άηχα εξέπνευσε, ζουν οι φοιτητές στο μυθιστόρημα του Στόγια. Τα πρόσωπα του βιβλίου εμφανίζουν τις συνήθεις μετεφηβικές νευρώσεις, οργή, σύγχυση, πάθος και παθητικότητα, όμως η κεντρική ηρωίδα, η Ντίνα, φαίνεται να έχει ξεπεράσει προ πολλού το σημείο βρασμού της. Αν και απολιτική στο φρόνημα, ξεχειλίζει από μεγάλες ιδέες, με κυριότερη την ιδέα για τον εαυτό της. Τρελή και αλλοπαρμένη, φλέγεται, πέρα από τη φιλαρέσκεια, από έναν ακατάσχετο, παιδιάστικο θυμό, τον οποίο μεταμφιέζει σε κατασταλαγμένο μηδενισμό. Μολονότι αντιλαμβάνεται ότι η παραφορά της δεν της διασφαλίζει την καλύτερη επιχειρηματολογία, εκτοξεύει κατά πάντων τις μείζονες αρχές της κοσμοθεωρίας της, υποστηρίζοντας εν εξάλλω ότι για εκείνη «υπάρχει ό,τι βρίσκεται εντός ακτίνας δέκα μέτρων» και ότι η «βασική απασχόληση των νέων είναι να μαζεύουν στιγμιότυπα για να έχουν κάτι να νοσταλγούν όταν θα γεράσουν πριν την ώρα τους».

Ενα μάτσο νεύρα

Η Ντίνα, «ένα μάτσο τεντωμένα νεύρα», διαθέτει θέρμη και ορμή που γοητεύουν. Η εύφλεκτη ιδιοσυστασία της αποσιωπά ρομαντικές φαντασιώσεις στο μέτρο που η επιθετικότητά της εκπηγάζει από τη βιασύνη της να αδράξει την ευτυχία. Πιστεύει απόλυτα ότι το να τα κάνεις όλα αναίμακτα, χαλάει την απόλαυση, όπως και ότι «το όποιο δράμα είναι καλύτερο από την παντελή απουσία του». Η ίδια αδημονεί να μετουσιωθεί σε δραματικό πρόσωπο και με αυτή την προσμονή συμμετέχει σε μια θεατρική ομάδα, όπου δεν αργεί να γίνει παρανάλωμα από τους σκηνικούς παροξυσμούς της. Τελικά ούτε μέσα από την αναπαράσταση της ζωής κατάφερε να γλιτώσει από όσα την καταδίωκαν στον αληθινό κόσμο. Η αληθοφάνεια και το έκτυπο ψεύδος αλληλοσυγκρούονταν σε κάθε της βήμα. Είχε καταντήσει μια καρικατούρα των βαθύτερων επιθυμιών της. Ακόμα και αν η πραγματικότητα δεν ήταν παρά ένας αστικός μύθος, ήταν ο μόνος που της αναλογούσε.

Ο Στόγιας καγχάζει τα ιδεαλιστικά φληναφήματα της ηρωίδας, αφήνοντάς την ανοχύρωτη απέναντι στις αυταπάτες της. Προοδευτικά την απογυμνώνει από όλες τις θεατρινίστικες επικαλύψεις της, για να αποκαλύψει ένα κορίτσι που σπαράζει για αυτεπιβεβαίωση. Η βραδύκαυστη μεταστροφή της Ντίνας την ολοκληρώνει ως μυθοπλαστικό χαρακτήρα, επιτρέποντας στη μορφή της να απηχήσει το θυμικό σύμφυρμα που αναπάλλει τους νέους. Μέχρι να πάρει την απόφαση να εγκαταλείψει το δράμα για να προσπαθήσει να γίνει η ίδια το έργο, η Ντίνα μετατοπίζεται στη διάρκεια ενός εαρινού εξαμήνου από τον ναρκισσισμό στην αυτολύπηση. Στο μπλαζέ ιδιόλεκτο παρεισδύουν αίφνης λυρικές αποχρώσεις. «Θα μπορούσε να πάρει το μέσα της στη χούφτα της και δεν θα ήταν πιο βαρύ από μια ενόχληση», σκέφτεται την ίδια στιγμή που αναλογίζεται πως «δεν υπήρχε τίποτα στο βάθος τόσης φωτιάς, μόνο πάγος».

Οι νέοι του Γιώργου Στόγια είναι αντιπροσωπευτικοί της αμφίρροπης εποχής τους και συγκινούν με τον πόθο δραματοποίησης των καθημερινών πραγμάτων προκειμένου η ζωή να αποκτήσει υψηλότερη θερμοκρασία και η πεζότητα να διαφύγει στη μαγεία.

(13/10/13, http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_2_13/10/2013_536436)

Advertisements