Φωτιά και αλλαγή, δεν πήγε ακριβώς έτσι

by giorgosstogias

DSC_0107Αυτό που προσπάθησα με το Εαρινό ήταν να φτιάξω μια θεατρική παράσταση που να διαρκεί στο χρόνο, ίσως ακριβώς γιατί ένιωθα να απομακρύνομαι από τη νεότητα εκείνη που κάνω κεντρικό θέμα του μυθιστορήματος.

Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, οι άνθρωποι που είναι απόψε εδώ και με τους οποίους είμαστε μαζί πολλά χρόνια, αλλά και πολλοί  φίλοι που απόψε δεν είναι εδώ είτε λόγω απόστασης είτε επειδή μέσα στα χρόνια ο τρόπος των πολιτικών ή/και αισθητικών μας διαφωνιών πάγωσε και σκότωσε τη σχέση μας, θα θυμόνται πώς έκλειναν όλες οι τελευταίες παραστάσεις των έργων που είχαμε ανεβάσει. Αμέσως μετά την τελευταία υπόκλιση, ανεβαίνανε στη σκηνή όλοι οι συνεργάτες, τα παιδιά που δούλεψαν στα σκηνικά, στα κουστούμια, στα φώτα, στο ταμείο και καταστρέφαμε το σκηνικό με κλωτσιές, μπουνιές, βαριοπούλες και τσεκούρια.

Όλα αυτά συνέβαιναν μπροστά σε ένα αμήχανο κοινό. Άλλοι χειροκροτούσαν και επευφημούσαν (δεν ανέβαιναν όμως πάνω στη σκηνή να βάλουν ένα χεράκι, αποστασιοποιούμενοι έτσι τελικά από το θέαμα που προσλάμβαναν κυρίως αισθητικά), ενώ οι περισσότεροι έμεναν σιωπηλοί και κάπως θλιμμένοι (και νομίζω ότι η δική μας μανία, ή τουλάχιστον η δική μου, γιατί ο πρώτος πληθυντικός εδώ είναι παρακινδυνευμένος) αναζωπυρωνόταν από αυτό που εκλάμβανα ως παθητικότητα του κοινού. Θυμάμαι μετά από ένα τέτοιο παταγώδες δρώμενο, ήρθε να με βρει μια κοπέλα που, δίχως να λέμε κάτι περισσότερο από ένα γεια, ήξερα ότι ήταν φίλη του έργου της ομάδας και μου είπε:

«Γιώργο, δεν μου άρεσε το τέλος, ήταν ακριβώς το ίδιο με το περσινό, σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα, να μην έχει γίνει καμία εξέλιξη, σαν να μην έχεις να πεις κάτι καινούργιο».

Την ίδια στιγμή αντέδρασα επιθετικά, όπως έκανα πάντα όταν δεχόμουν κριτική, και φοβάμαι ότι το κάνω σε ένα μικρότερο βαθμό ακόμη και σήμερα, μόνο για να σκεφτώ μετά από καιρό και να καταλάβω, μπορεί μετά από ένα μήνα, μπορεί χρόνια, τι μπορώ να μάθω από αυτό που είδε ο άλλος στο έργο μου. Η απάντησή μου τότε ήταν ότι κάθε Τέχνη που δεν φλέγεται και δεν  βγάζει τα μάτια της κάθε στιγμή (έτσι ώστε να δει με νέo βλέμμα το πάντα άγνωστο και μοναδικό παρόν), δεν αξίζει, δεν με ενδιαφέρει, καθώς δεν συνιστά τίποτε περισσότερο από ωραιοποίηση ψεμάτων και τεχνητή ψυχική υποστήριξη των καταναλωτών της.

Ας πηδήξω όμως τα ανάμεσα και ας φτάσω πάλι στο Εαρινό. Το μυθιστόρημα ξεκίνησε να γράφεται σε μια εποχή που η φωτιά (και το αίτημα του καψίματος των πάντων) ήταν κάτι αφάνταστα μεγαλύτερο από το αισθητικό μου όραμα, πλημμύριζε τους δρόμους της Αθήνας και μάλιστα στο όνομα της νεότητας. Αυτά συνέβαιναν την ίδια εποχή που εγώ πριν από λίγο είχα γίνει πατέρας δυο κοριτσιών, που καθημερινά πήγαινα στη δουλειά μου στο σχολείο για να «άγω» τα παιδιά (παρά τις όποιες ελευθερίες μου) προς κατευθύνσεις που το εκπαιδευτικό σύστημα και η κοινωνία των ενηλίκων είχε προαποφασίσει. Τι πιο αντίθετο από τα αισθητικά μου οράματα και από τις υποσχέσεις που είχα δώσει στον εαυτό μου όταν ήμουν νέος! Η πατρότητα, η ευθύνη δυο πλασμάτων που με είχαν σταθερά ανάγκη περιόριζε την απόλυτη ελευθερία μου με δραστικό τρόπο. Επίσης, η διδασκαλία ήταν μια άσκηση βίας (με έναν πολύ διευρυμένο ορισμό βέβαια της βίας, τέτοιον σαν αυτούς που χρησιμοποιούνται κατά κόρον τα τελευταία χρόνια), βία με την έννοια ότι ο δάσκαλος αναγκάζει τον μαθητή να κάνει κάτι που δε θέλει.  Τέλος, βρισκόμουν 500 hundred miles away from home, που λέει το τραγούδι, κι αυτό με τρέλαινε.

Με το Εαρινό λοιπόν ήθελα να φτιάξω μια θεατρική παράσταση που να μην αυτοκαταστρέφεται μετά την ημερομηνία λήξης της. Ήθελα να φτιάξω κάτι που να κουβαλάει μέσα του την υπόσχεση, τη δυνατότητα αλλαγής, προσωπικής και κοινωνικής, με τη μεγαλύτερη δυνατή γνώση όλων όσων κάνουν ένα τέτοιο αίτημα να μοιάζει πως είναι αδύνατο να ικανοποιηθεί.  Ο Άλκης στο μυθιστόρημα λέει κάποια στιγμή στη Ντίνα ότι στα 35 θα είναι μια νοικοκυρούλα, ενώ προχτές ο Librofilo σε μια συνέντευξη μου είπε ότι στα 40 της θα παίρνει ψυχοφάρμακα. Ίσως να μην της αξίζει τίποτα καλύτερο, αλλά θέλω πιστεύω ότι θα πετύχει κάτι διαφορετικό.

(Το κείμενο αυτό αποτελεί το προσχέδιο της σύντομης ομιλίας με την οποία ο Γιώργος Στόγιας έκλεισε την εκδήλωση για την παρουσίαση του μυθιστορήματος «Εαρινό Εξάμηνο» στις 21/10/13) στο Free Thinking Zone, στην Αθήνα. Η φωτογραφία από το ίδιο βράδυ είναι της Α. Νησιφόρου. Διακρίνονται οι Β. Κιντή, Φ. Παππάς).

Advertisements