Πανεπιστήμιο και μυθοπλασία

by giorgosstogias

Image

της Βάσως Κιντή

Ακούει κανείς συχνά τη συμβουλή να διαβάζει τη λογοτεχνία μιας χώρας όταν πρόκειται να την επισκεφθεί. Καταλαβαίνει πολύ περισσότερα απ’ όσα γράφουν οι ταξιδιωτικοί οδηγοί ή οι πληροφορίες που αφορούν γεγονότα, ιστορικά ή σύγχρονα. Το έχω διαπιστώσει η ίδια –θυμάμαι π.χ., μία τελείως διαφορετική εντύπωση για την Κωνσταντινούπολη από την αρχική αφού διάβασα βιβλία του Ορχάν Παμούκ.

Είναι βέβαια φιλοσοφικά ενδιαφέρον, ένα σχεδόν παράδοξο,  πώς ένα έργο μυθοπλασίας (fiction) μπορεί να αποδίδει και να μας γνωρίζει πιο έγκυρα, με μεγαλύτερη πιστότητα, και όχι απλώς διαφορετικά, μια χώρα, μια εποχή, ένα συγκεκριμένο ζήτημα. (Αυτό υπονοείται όταν λέγεται να διαβάζουμε τη λογοτεχνία μιας χώρας για να την καταλάβουμε.) Πώς κάτι που είναι αποκύημα της φαντασίας, μία κατασκευή, μπορεί να αποδίδει καλύτερα κάτι που φιλοδοξεί να είναι ακριβής περιγραφή της πραγματικότητας.

Έτσι είδα και το βιβλίο του Γ. Στόγια, Εαρινό Εξάμηνο. Ένα μυθιστόρημα από το οποίο μαθαίνεις πιο έγκυρα απ’ όσα άρθρα έχουν γραφτεί τι είναι και τι συμβαίνει στο ελληνικό πανεπιστήμιο. Υπάρχει κι εδώ ένα παράδοξο που θα προσπαθήσω να εξηγήσω. Με ρώτησε μια φίλη πριν λίγες μέρες τι κάνω και της είπα ότι διαβάζω ένα μυθιστόρημα με τον τίτλο ‘Εαρινό εξάμηνο’. “Α, campus novel;”  με ρώτησε. “Α, όχι!”, απάντησα. Δεν είναι campus novel αλλά εν τούτοις μιλάει για το ελληνικό πανεπιστήμιο. Με ποιον τρόπο;

Τα campus novels μιλούν για τον ακαδημαϊκό χώρο και την ακαδημαϊκή κοινότητα συνήθως από τη σκοπιά των καθηγητών (είναι συνήθως σατιρικά, αποκαλύπτουν τις παθογένειες του χώρου, περιέχουν mid-life crisis ιστορίες, ερωτικές σχέσεις και σχέσεις ανταγωνισμού,  με διακειμενικές λογοτεχνικές αναφορές σε έργα που μελετώνται στο πανεπιστήμιο). Τα campus novels γνωρίζουν μεγάλη ανάπτυξη τελευταία, μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, γιατί τα πανεπιστήμια έχουν μετασχηματισθεί. Δεν είναι πλέον ο χώρος μιας οιονεί αριστοκρατίας με προνόμια και υψηλό status αλλά ένα ογκώδεςγραφειοκρατικό μόρφωμα –‘academic malls’ έχουν χαρακτηριστεί –, στο οποίο συρρέουν μεγάλοι αριθμοί, καθηγητών και φοιτητών. Πολλοί άνθρωποι έχουν πλέον εμπειρία του Πανεπιστημίου και θα ενδιαφέρονταν να διαβάσουν γ’ αυτό. Επιπλέον, πολλά από τα μυθιστορήματα αυτά γράφονται από τους ίδιους τους ακαδημαϊκούς που διδάσκουν δημιουργική γραφή στο πανεπιστήμιο.

Το βιβλίο του Γιώργου Στόγια θα μπορούσε περισσότερο να θεωρηθεί, νομίζω, ωςBildungsroman, δηλαδή ένα coming-of-age μυθιστόρημα στο οποίο παρακολουθούμε τη συναισθηματική, πνευματική και ψυχολογική ανάπτυξη της προσωπικότητας ενός νέου ανθρώπου που στη συγκεκριμένη περίπτωση συμβαίνει να είναι η φοιτήτρια Ντίνα που σπουδάζει στη Φιλοσοφική Σχολή στο Ρέθυμνο.

Με ποια έννοια όμως λέω ότι το Εαρινό εξάμηνο μάς μαθαίνει πολλά για το ελληνικό πανεπιστήμιο; Μα με το να μην μιλάει γι’ αυτό! Αυτό είναι το παράδοξο στο οποίο αναφέρθηκα. Το ελληνικό πανεπιστήμιο απουσιάζει από τη ζωή των νέων στην Ελλάδα ακόμη κι όταν είναι εγκατεστημένοι σ’ αυτό. Σκεφθείτε, είναι στόχος ζωής για όλους τους μαθητές και τις οικογένειές τους, είναι το σημείο αναφοράς όλη μας της εκπαίδευσης, κι όταν πλέον ο στόχος αυτός κατακτηθεί, εξαφανίζεται από τον ορίζοντα.

Το Πανεπιστήμιο Κρήτης, στο οποίο ανήκει και η Φιλοσοφική Σχολή στο Ρέθυμνο, είναι ίσως το καλύτερο στην Ελλάδα, η πόλη έχει κάποια τουλάχιστον χαρακτηριστικά φοιτητούπολης, κι όμως στο μυθιστόρημα που μιλάει για φοιτητές, το Πανεπιστήμιο απουσιάζει. Πρώτ’ απ’ όλα δεν μαθαίνουμε σε ποιο ακριβώς τμήμα της Φιλοσοφικής είναι φοιτήτρια η Ντίνα. Δεν έχει σημασία, πιθανότατα η Ντίνα βρέθηκε εκεί από τύχη, όπως οι περισσότεροι φοιτητές και φοιτήτριες. Δεν μαθαίνουμε τι ήθελε να σπουδάσει (κάποια στιγμή αναφέρεται κάτι για δραματική σχολή εάν είχε περάσει στην Αθήνα –και πάλι όμως υποθέτω πως θα σπούδαζε σε άλλο τμήμα). Ύστερα μαθαίνουμε μόνο για τη συναναστροφή με έναν μόνο καθηγητή που δεν είναι μάλιστα μόνιμος –είναι νέος με προσωρινή σχέση με το ίδρυμα– και μάλιστα αυτή η συναναστροφή γίνεται εκτός πανεπιστημίου, σε καφετέριες και μεζεδοπωλεία. Εντός του ιδρύματος μαθαίνουμε για κάποιες παρουσιάσεις όπου οι αντιδράσεις είναι άσχετες με αυτό που λέγεται. Παρουσιάζεται ένα βιβλίο φιλοσοφίας και οι αντιδράσεις αφορούν το κατά πόσον οι πολιτικοί είναι μαριονέτες. Οι φοιτητές κουβαλούν στην αίθουσα ανεπεξέργαστα αυτά που ακούν και μαθαίνουν απ’ έξω. Μού θυμίζει τα μαθήματα φιλοσοφίας του Αναστάσιου Γιανναρά αμέσως μετά τη μεταπολίτευση σε όλο περίπου το Πανεπιστήμιο Αθηνών, όταν εγώ ήμουν πρωτοετής φοιτήτρια. Μιλούσε για τον Καντ και τον Αριστοτέλη και τον διέκοπταν οργισμένοι μαρξιστές φοιτητές που δεν ήθελαν να έχουν σχέση με την αστική φιλοσοφία και ζητούσαν επιτακτικά από τον καθηγητή να τοποθετηθεί σε μαρξιστικά θέματα.

Στο Εαρινό εξάμηνο οι αναφορές στο αντικείμενο των σπουδών είναι ελάχιστες και φευγαλέες: υπαινικτικά κάποια φιλοσοφικά θέματα, π.χ., το πρόβλημα της ελευθερίας της βούλησης, κάποια ονόματα φιλοσόφων, άλλα στις καφετέριες (η Arendt και ο Rorty με τον Dewey), άλλα λίγα στο μάθημα, π.χ., η Nussbaum, και άλλα όπως Nietzsche ή ο Bataille από σκόρπια διαβάσματα εκτός πανεπιστημίου, επειδή το βιβλίο υπήρχε στο πατρικό σπίτι, το διάβαζε η μητέρα της ηρωίδας, το σύστησε κάποιος κάποτε. «Ήταν μικρή και αμόρφωτη» λέει για την ηρωίδα το βιβλίο. Όπως αμόρφωτοι φοιτητές ήμασταν κι εμείς που διαβάζαμε ό,τι ήταν του συρμού, ό,τι μας σύστηναν οι πολιτικές νεολαίες. Ό,τι περίπου γίνεται και σήμερα. Χωρίς συστηματικότητα, χωρίς να μαθαίνουμε να κατανοούμε και να μπορούμε να κάνουμε κριτική. Έτσι ήταν εύκολο να περνάνε για γκουρού διάφοροι αγράμματοι που τους θαυμάζαμε (και ορισμένοι τους θαυμάζουν ακόμη), μόνο και μόνο επειδή τους υποστήριζε μια παράταξη. Μεγάλη κακοδαιμονία. Οι πολλοί φοιτητές δεν διάβαζαν τίποτε, παρά μόνο τα “sos” και τις σημειώσεις –πάντα παπαγαλία–, για να περάσουν τις εξετάσεις και να βρουν μια δουλειά, ενώ οι “ψαγμένοι” υποτίθεται, χάνονταν οι περισσότεροι στην παπαγαλία πολιτικά αρεστών απόψεων.

Το αμφιθέατρο στο ελληνικό πανεπιστήμιο, όπως φαίνεται και στο βιβλίο, είναι ένα κέντρο διερχομένων. Στο βιβλίο μπαίνει ένας άσχετος και βγάζει από την αίθουσα μια φοιτήτρια που παρακολουθεί. Ο καλός καθηγητής δεν αντιδρά καθόλου – φαίνεται ότι πάσχουμε όλοι από μιθριδατισμό. Συνηθισμένα πράγματα. Τόσο οι φοιτητές όσο και οι καθηγητές (λιγότερο) μπαίνουν όποτε θέλουν, φεύγουν όποτε θέλουν, πίνουν τον καφέ τους, απαντούν στο τηλέφωνο, μέσα στην αίθουσα ή φεύγοντας επιδεικτικά έξω, την ώρα που εσύ μιλάς και προσπαθείς να συγκεντρωθείς. Και ο τίτλος “εαρινό εξάμηνο” είναι χαρακτηριστικός. Αποδίδει καλύτερα το κλίμα του ελληνικού πανεπιστημίου. Αδιαφορία, απουσία, χαβαλές. Γιατί στο χειμερινό – όταν γίνεται –,  οι φοιτητές είναι λίγο πιο συγκεντρωμένοι. «Αύριο το πρωί πρέπει να βρίσκομαι στο Ρέθυμνο», λέει στον πατέρα της η Ντίνα στην Αθήνα. «Καλά, και ένα μάθημα να χάσεις δεν χάθηκε κι ο κόσμος», απαντά  ο πατέρας της. «Μετά τρέχε εσύ να βρεις σημειώσεις, νομίζεις έτσι περνιόνται οι εξετάσεις;», διαμαρτύρεται η Ντίνα, όχι γιατί θα χάσει αυτό που συμβαίνει στο μάθημα αλλά επειδή μπορεί να ταλαιπωρηθεί για να περάσει τις εξετάσεις.

Όλα τα σημαντικά που συμβαίνουν στο βιβλίο γύρω από τους ήρωες-φοιτητές, γίνονται εκτός πανεπιστημίου: στο Κέντρο υποστήριξης μεταναστών, στο θέατρο, στις καφετέριες, με τους φραπέδες και τις ρακές και οπωσδήποτε το τσιγάρο.

«Είναι αυτοί οι φοιτητές μας;» με ρωτούσε απογοητευμένος ένας συνάδελφος που διάβασε το βιβλίο. Ναι, δυστυχώς είναι. Κι εμείς δυστυχώς οι καθηγητές, απόντες για τους φοιτητές μας. Το ελληνικό πανεπιστήμιο δεν ενδιαφέρεται για τους φοιτητές, ούτε ακαδημαϊκά ούτε προσωπικά. Ακαδημαϊκά η διδασκαλία είναι εντελώς υποτιμημένη, τα βιβλία συνήθως άθλια. Τα πανεπιστήμια σε ό,τι αφορά τους φοιτητές υπάρχουν μόνο για τις εξετάσεις. Ούτε για την προσωπική τους κατάσταση ενδιαφέρεται το πανεπιστήμιο, να τους στηρίξει σε μια εύθραυστη και δύσκολη ηλικία. Φαίνεται αυτό με ενάργεια στο βιβλίο. Όλα αφήνονται στην τύχη και στο φιλότιμο κάποιων καλών καθηγητών.

«Πάμε να φύγουμε από δω…» λέει στη Ντίνα ένας συμφοιτητής της. «Και να πάρουμε κάποια στιγμή το πτυχίο μας άχρηστο θα είναι. Γιατί να πετάμε τα πιο δημιουργικά μας χρόνια κι ύστερα να μετανιώνουμε;» Είναι τρομακτικό! Να αισθάνεσαι ότι στο Πανεπιστήμιο πετάς τα πιο δημιουργικά σου χρόνια. Να είναι το μόνο κριτήριο αν με το πτυχίο σου μπορείς να βρεις δουλειά. Και από την άλλη να είναι άχρηστο το Holy Grail της ελληνικής εκπαίδευσης, το πτυχίο. Κάτι κάνουμε πολύ λάθος.

Τα πανεπιστήμια είναι ένας χώρος συνομιλίας μεταξύ καθηγητών και φοιτητών και μεταξύ της ακαδημαϊκής κοινότητας και της παρακαταθήκης της ανθρωπότητας. Ο φιλόσοφος Michael Oakeshott έλεγε ότι η αρετή του πανεπιστημίου είναι ότι φέρνει μαζί διαφορετικές σπουδές [ας σκεφθούμε και τη λέξη στα αγγλικά: uni-versity]:

κάθε σπουδή, εμφανίζεται ως μια φωνή που ο τόνος της δεν είναι ούτε τυραννικός ούτε ηχηρός, αλλά ταπεινός και συζητητικός/διαλεκτικός. Μια συνομιλία δεν χρειάζεται πρόεδρο, δεν έχει προκαθορισμένη διαδρομή, δεν ρωτάμε για ποιον λόγο γίνεται και δεν αποτιμάμε την αξία της από την κατάληξή της, δεν έχει κατάληξη γιατί συνεχίζεται την επόμενη μέρα. Η σύνθεση δεν επιβάλλεται αλλά εξαρτάται από την ποιότητα των φωνών που μιλούν και η αξία της έγκειται στα κατάλοιπα, στα ίχνη που αφήνει στον νου όσων συμμετέχουν (The Voice of LiberalLearning, pp. 109-10).

Γι’ αυτό και τα πανεπιστήμια ανέκαθεν αποκόπτονταν κάπως από την κοινωνία για να εξασφαλίσουν το περιβάλλον που θα προήγαγε αυτού του είδους τις σιγανές συνομιλίες. Αυτή η αντίληψη διατηρείται ακόμη σε ένα βαθμό, κυρίως στην Αμερική, αλλά δεν το έχουμε καθόλου στην Ελλάδα, αν και τα πανεπιστήμια στην επαρχία εξασφαλίζουν κάποια ανεξαρτησία στους φοιτητές από το ασφυκτικό ελληνικό οικογενειακό περιβάλλον. «Ξαναβρήκαν με ανακούφιση τη ρουτίνα που είχαν αφήσει. Η συγκατοίκηση με τους γονείς τους ήταν ένα μαρτύριο που επιτεινόταν όσο μεγάλωνε το έτος στο οποίο φοιτούσαν», γράφει ο Στόγιας για τους φοιτητές που επέστρεφαν στο Ρέθυμνο από το πατρικό τους σπίτι. Χαρακτηρίζει την ατμόσφαιρα μετά από μια τέτοια επιστροφή εορταστική για «την επανακτηθείσα ελευθερία». Παρότι λοιπόν τα επαρχιακά πανεπιστήμια εξασφαλίζουν στους φοιτητές ανεξαρτησία από τους γονείς, δεν τους παρέχουν εντός τους μια νέα συλλογικότητα χωρίς περισπασμούς – οι φοιτητές και οι φοιτήτριες ξεστρατίζουν στις καφετέριες και τα μπαράκια της πόλης.

Ο τίτλος που έχω δώσει σε αυτή την εισήγηση είναι “Πανεπιστήμιο και μυθοπλασία”. Εκτός από το πανεπιστήμιο στη μυθοπλασία, όπως αυτή αναπτύσσεται στο συγκεκριμένο βιβλίο του Γιώργου, υπάρχει βέβαια και η μυθοπλασία για το πανεπιστήμιο. Μια εξιδανικευμένη εικόνα που μάλλον δεν ανταποκρινόταν ποτέ σε κάτι πραγματικό. Δεν έχω, όμως, τον χρόνο να αναφερθώ σ’ αυτό σήμερα. Θα κλείσω λέγοντας ότι το βιβλίο του Γιώργου, που είναι πολύ σύνθετο, αποτυπώνει πολύ εύστοχα όσα χαρακτηρίζουν το ελληνικό πανεπιστήμιο, μαθαίνει κανείς πολλά και, όπως είπα και στην αρχή, πολύ καλύτερα από τα περιγραφικά κείμενα και βιβλία.

Το κείμενο αυτό αποτέλεσε την εισήγηση της Βάσως Κιντή στην παρουσίαση του μυθιστορήματος του Γιώργου Στόγια «Εαρινό Εξάμηνο», στην Αθήνα, στο FreeThinking Zone (21/10/13)

Η κυρία Βάσω Κιντή είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Πρώτη δημοσίευση: Μεταρρύθμιση 9/11/13 http://www.metarithmisi.gr/el/readText.asp?textID=24128&sw=1366

 

Advertisements