Εαρινό Εξάμηνο: Ποιος πάει γυρεύοντας;

by giorgosstogias

ImageΤης Μάγδας Ηγουμενίδου

Δεν είναι γρίφος. Η ηρωίδα του βιβλίου πάει γυρεύοντας.

Προκαλεί την τύχη της. Δοκιμάζει τα πάντα και υπερβαίνει όρια. Προκαλεί καταστάσεις, και αυτή της η τάση και στάση παίρνει ποικίλες διαστάσεις: εξαπλώνεται σε όλους τους τομείς και αντιπροσωπεύει κάθε πεδίο διαπραγμάτευσης από μέρους του συγγραφέα. Έρωτας, μουσική, κοινωνία, οικονομία και πολιτική αντιμετωπίζονται στα όριά τους και με ανορθόδοξους τρόπους, ανοίγοντας έτσι νέους ορίζοντες προβληματισμού, δράσης και επικοινωνίας.

Ώρες-ώρες χάνεται κανείς στα τόσα και διαφορετικά θέματα που θίγονται. Τέχνη; (κυρίως θέατρο και μουσική, σε τόσες διαφορετικές εκφάνσεις και στιγμές: π.χ., δείτε πώς λειτουργούν παράλληλα οι μουσικές που αναφέρονται στο κείμενο με εκείνη του cd!) Πολιτική; (πληθώρα γνωμών, ιδεών, ιδεολογιών και συγχύσεων). Στάσεις ζωής; (οι ήρωες σαν προσωπικότητες βρίσκονται σε συνεχή αλληλεπίδραση, ασυμφωνία και σύγκρουση με τα πράγματα και μεταξύ τους). Παραδείγματα: η σχέση της Ντίνας με τη μουσική, με το θέατρο-η παράσταση, με την πολιτική δράση, τα Δεκεμβριανά (εξουσία, γονείς, βία, θάνατος αθώου, μπορούσε και να μη συνέβη, η στάση των επαναστατημένων, οι διαστάσεις που πήρε), ο προδομένος Σπύρος να χορεύει ξέφρενα κι απελπισμένα Sex Pistols, η δράση του Άλκη, η απάθεια του Ορέστη απέναντι στη σύλληψη του Άραβα, το ψέμα του, οι πολιτικές απόψεις Αντώνη-Αντώνης περί χορτοφαγικού στεκιού, οι καυγάδες Ντίνας-Αντώνη (η κοινή τους πολιτική βάση), το Πανεπιστήμιο: άνθρωποι σκεπτόμενοι, εκκολαπτόμενοι εικονοκλάστες(;), αλλά και απουσία πάλης, προοπτική της ανεργίας.

Χωρίς να το θέλω, μού είναι κάπως δύσκολο να προσφέρω μια αποστασιοποιημένη κριτική, διότι γνωρίζω αρκετά το συγγραφέα κι έχω μια κάποια ιδέα για τα βιώματά του στην Κρήτη μαζί με τη γυναίκα του, που είναι καρδιακή μου φίλη. Μου είναι εύκολο να εντοπίσω τη δική του άποψη στα διάφορα ειπωμένα. Και δελεαστικό. Έτσι, καθώς διάβαζα, ο εντοπισμός αυτός εξελισσόταν σε προσωπικό στοίχημα, στο οποίο προσπάθησα να αντισταθώ προτού μου καταστρέψει την ανάγνωση του βιβλίου («να το, αυτή η ειρωνεία είναι τελείως Γιώργος», «πώς παρεισφρέει η άποψή του σ’ αυτόν το διάλογο!…»). Το ενδιαφέρον, βέβαια, βρίσκεται στο ότι δεν υπάρχει απόλυτη αντιστοιχία μεταξύ ενός αληθινού προσώπου κι ενός πλασματικού, παρά μόνο μπλέκονται τα χαρακτηριστικά υπαρκτών προσώπων σε διαφορετικά πρόσωπα του μυθιστορήματος.

Αυτό το σχόλιο δεν έχει καθαυτό ιδιαίτερο ενδιαφέρον αλλά με οδηγεί ακριβώς στο σημείο που θέλω να φτάσω, δηλαδή στην κεντρική ηρωίδα. Πιστεύω ότι στο χαρακτήρα και στη στάση της συγκεντρώνονται όλοι οι βασικοί άξονες της ιστορίας. Όπως ίσως σε κάθε μυθιστόρημα, η ίδια αποτελεί τον πυρήνα και την αφετηρία όλων των γεγονότων και των γενικότερων προβληματισμών, έστω κι αν δεν εξαρτώνται από αυτήν. Το θέμα είναι ο τρόπος με τον οποίο αυτό συμβαίνει στο συγκεκριμένο βιβλίο.

Η Ντίνα δεν είναι ιδιαίτερα συμπαθής. (Η τάση της να σχολιάζει και να ειρωνεύεται τα πάντα, να ψεύδεται ασυστόλως, να χλευάζει ανθρώπους, να τους υποτιμά, να τους υποτάσσει, να τους κατατάσσει, να τους εκμεταλλεύεται, να τους πληγώνει, αντανακλά κόμπλεξ και εμπάθεια, που δεν συγχωρούνται με κανένα βαθμό ευφυΐας, πνευματικότητας ή χαριτωμενιάς… Επίσης, τα εκκεντρικά της κομμάτια θα μπορούσαν, σε κάποιες στιγμές τους και ως ένα βαθμό, να θεωρηθούν υποκριτικά, μπλαζέ, στημένα, και γι’ αυτό ενοχλητικά. Η γοητεία της, που πηγάζει κατά πολύ από το γεγονός ότι είναι υπερβολική, ανήσυχη, ότι έχει άποψη, καθώς και από τη σκοτεινή και τολμηρή έκφραση της σεξουαλικότητάς της, μπορεί αρκετούς να μην τους ακουμπήσει καν. ΚΥΡΙΑΡΧΙΕΣ, ΠΑΝΤΟΥ ΚΥΡΙΑΡΧΙΕΣ! Όπως πολύ εύστοχα γράφει και ο Νίκος Ζαρταμόπουλος στο σχολιασμό του του βιβλίου: «Προσωπικά διακρίνω ότι η πορεία της Ντίνας δεν είναι ακριβώς «πορεία», αλλά ένα είδος «φρενήρους ακινησίας», όπου η μοναδική κίνηση είναι το διαρκές «ταυτοτικό στριπτίζ». Η ηρωίδα, αν και φύση που δυσανασχετεί με το βάρος των εξωτερικών ταυτοτήτων και αρνείται να βολευτεί σε μια δάνεια «αντρική» ταυτότητα, δεν καταφέρνει από την άλλη -ούτε κατά μίμηση- να γίνει μια femme fatale, ή ένα «être en fuite» (ένα ον σε διαρκή φυγή) όπως ίσως ονειρεύεται. Στέκει ουσιαστικά ακίνητη στο επίκεντρο του μετεφηβικού της σύμπαντος και περιβεβλημένη –παραφορτωμένη μάλιστα- από πλήθος επάλληλων ταυτοτήτων που προβάλλονται επάνω της από τους άλλους (ή έτσι πιστεύει). Πριν προλάβει καλά-καλά να τις εγκολπωθεί, τις ξεφορτώνεται μία προς μία, ξεφλουδίζει τον εαυτό της σαν κρεμμύδι, με νευρικότητα και βία, αναζητώντας ίσως τον πυρήνα της.»

Παρόλ’ αυτά, η ηρωίδα εξακολουθεί, κατά τη γνώμη μου, να παραμένει ισχυρή κι ενδιαφέρουσα και με τη στάση της να υποκινεί και να παρακινεί. Αυτό συμβαίνει επειδή τολμά, δοκιμάζει, προκαλεί πέρα από αναγνωρίσιμα και αναγνωρισμένα ηθικά πλαίσια και συγκεκριμένους κανόνες, χωρίς να μπορεί ακριβώς να χαρακτηριστεί ανήθικη, αδιάφορη, σίγουρα όχι αναίσθητη. Επειδή δρα χλευάζοντας τον ίδιο της τον εαυτό και την πραγματικότητα γύρω της. Επειδή, ακόμη και όταν η υπερβολή της οδηγεί σε αδιέξοδο, υπερβαίνει κάποια δεδομένα για να δημιουργήσει κάποια άλλα. Αν όχι για την ίδια, τουλάχιστον γι’ αυτό που μας ενδιαφέρει, δηλαδή για την ιστορία, ή μάλλον για τα θέματα που η ιστορία διαπραγματεύεται. Η Ντίνα, ακόμη και όταν ενδίδει στο ναρκισσισμό και τις κυριαρχικές της τάσεις, παραμένει προσωποποίηση ενός αιτήματος ελευθερίας (π.χ., προσπαθεί και γίνεται η ίδια έργο τέχνης μέσα από το καλλιτεχνικό [στον τρόπο που το εκφράζει μέσω του θεάτρου] αυτό της αίτημα. «Νόμιζα πως με το θέατρο θα μπορούσα να ξεφύγω, να πιάσω το είδωλό μου.»

Το ίδιο με την ηρωίδα, σε μια παράλληλη πορεία, κάνει και ο συγγραφέας. Κυρίως ο συγγραφέας! Η ηρωίδα του είναι εσκεμμένη και καθοδηγούμενη από τον ίδιο, έστω κι αν (ως αποκύημα φαντασίας) ξεφεύγει ταυτόχρονα από τον έλεγχό του (αυτό έχει κάποιο ενδιαφέρον: κάποτε φαίνεται ο ίδιος παρασυρμένος από τη γοητεία της, σαν να τη λατρεύει [σαν σαγηνευμένος], κάποτε της δίνει αντιδράσεις ελάχιστα αληθοφανείς στην υπερβολή τους. Ο Γιώργος Στόγιας δρα ακόμη πιο δυναμικά, διότι βρίσκει πολλαπλές διόδους έκφρασης. Δηλώνει, εκδηλώνει και «περνά» την άποψη και την «αισθητική» του μέσα από διαφορετικούς χαρακτήρες και σε αναπάντεχες στιγμές, πυροδοτώντας έτσι καινούριους προβληματισμούς σε διάφορα πεδία και επίπεδα.

Αυτό έχω κατά νου λέγοντας ότι: ο καθένας από τους δύο, οι δύο μαζί, και μαζί τους κι άλλοι χαρακτήρες (π.χ., ο Ορέστης, ο σκηνοθέτης, είναι πιο ακραίος από τη Ντίνα, αλλά σχεδόν όλοι οι υπόλοιποι), πάνε γυρεύοντας. Η συγγραφή του Εαρινού Εξαμήνου εμπερικλείει μια τόλμη στο πώς θίγονται (μάλιστα στο ότι θίγονται) κάποια θέματα – πολιτικής, παιδείας, αισθητικής, προσωπικών σχέσεων. Το ζήτημα δεν είναι να ειπωθούν όλα εκείνα που ο Γιώργος, καμιά φορά εμφανώς με μια ανυπομονησία, σχεδόν αγωνία, προσπαθεί να πει και να αναλύσει (παλεύει με τις πολιτικές του προκαταλήψεις και παρουσιάζει όσο το δυνατόν πιο δίκαια τις διαφορετικές πλευρές/απόψεις). Ούτε να ειπωθεί κάτι διαφορετικό, ούτε αυτό να προκαλέσει. Το ζήτημα, για μένα, είναι να υπάρχει χώρος για το νέο και το διαφορετικό, για οτιδήποτε, καθώς και για να δοκιμαστούν άλλες προοπτικές. Να γίνουν λάθη, να προκληθούν επίτηδες και να, για να, διορθωθούν, ή ακόμη, να εξαντληθούν. Να πραγματωθεί μια προσέγγιση και κατανόηση του κόσμου γύρω μας (μέσα από μια προσπάθεια συγγραφικής πορείας) που δεν είναι απλώς έγκυρη ή εφικτή, αλλά κυρίως δημιουργική, ανοικτή σε ποικίλες διαστάσεις και δυνατότητες, συναρπαστική, σοβαρή αλλά και αστεία. (Το μεγάλο ερώτημα, βέβαια, δεν είναι και τόσο αστείο: Είναι το μυθιστόρημα μηδενιστικό ή όχι; Μαθαίνει η νέα γενιά ή προχωράει χαμένη, απογυμνωμένη και απροκάλυπτα και ακατάληπτα οργισμένη και θρασείς;) Προκειμένου να εξακολουθεί να δοκιμάζεται μια τέτοια προσέγγιση, προσωπικά θα δεχόμουνα κι άλλες προκλήσεις, κι άλλες ενοχλήσεις, κι άλλες ακρότητες, κι άλλες «ασχήμιες.»… Αυτό ακριβώς το στοιχείο της δουλειάς του Γιώργου Στόγια με συνεπήρε. Και πραγματικά το διασκέδασα…

(Τελικά όλοι πάμε γυρεύοντας, κι εμείς που το διαβάσαμε, όσο το διαβάζαμε και φυσικά τώρα. Κι  εσείς, αν το διαβάσετε. Κι αφού ψάχνοντας/γυρεύοντας βρίσκεις, πιστεύω πως βρήκαμε το εξάμηνο που γυρεύαμε.)

Μια ελαφρά διαφορετική μορφή αυτού του κειμένου ακούστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου στη Λευκωσία (3/2/14)

Advertisements