«Ενδιάμεσος χρόνος, Μυθιστόρημα: Μια ημιτελής υπόσχεση που αξίζει τον κόπο»

by giorgosstogias

Imageτου Παύλου Παύλου

Στις παρέες, συνηθίζουμε να λέμε πως ο Διαφωτισμός ηττήθηκε στις μέρες μας και στον τόπο μας. Για τον Χούσσερλ, πριν το κάνει, πρόλαβε να πάρει μια και καλή τον κόσμο μας μαζί του: Η προσωρινή του νίκη θρόνιασε στην οργάνωση των κοινωνιών την επιστημονική γνώση και «εκτόξευσε τον άνθρωπο στις σήραγγες της εξειδίκευσης». Αυτό που ο Χούσσερλ αποκαλούσε «πραγματική ζωή» έφυγε από το οπτικό μας πεδίο. Με τα μάτια του Χάιντεγκερ, περάσαμε οριστικά στη «λήθη του είναι».

Τώρα, λοιπόν, μας έμεινε μόνο το τσόφλι. Μέσα από την ήττα του Διαφωτισμού, όμως, αναδύθηκαν δυο μεγάλες αλήθειες. Κατ’ αρχήν, ήταν υπερβολική η εμπιστοσύνη μας στη γνώση ως μέσο κατίσχυσης του «καλού» και του «αγαθού». Καθημερινά βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ανθρώπους – τους περισσότερους ανθρώπους – που δε θέλουν να γνωρίζουν, ή καλύτερα θέλουν να γνωρίζουν μόνο το κομμάτι της γνώσης που δεν τους φέρνει σε αμηχανία, εσωτερική σύγκρουση ή διανοητικό ξεβόλεμα. Και μάλιστα, αυτό δεν αφορά τόσο τον κόσμο της άγνοιας, αλλά κυρίως τον κόσμο της γνώσης. Γίνεται έντονα ορατό ιδιαίτερα με οικονομολόγους γύρω μας να οραματίζονται καπιταλιστική απληστία με ηθικούς κανόνες, βιολόγους να σταματούν τη γνώση τους έξω από την καγκελόπορτα του Δαρβίνου, φυσικούς να προσεύχονται για ένα θαύμα.

Το δεύτερο που μάθαμε από την ήττα του Διαφωτισμού, είναι πως μένει πάντα ένα υπόλοιπο μέσα μας. Η επιθυμία για γνώση είναι τεράστια, κομμάτι της φύσης μας και σημαντικό υλικό κατασκευής της αλυσίδας αυτού που συμβατικά ονομάζουμε νόμο της φυσικής επιλογής. Κι όμως, υπάρχει και ένα υπόλοιπο. Ένα άλλο κομμάτι μας ψάχνει απεγνωσμένα το χρώμα, την ένταση, τον ανορθολογισμό, το απόλυτο εγώ. Είναι το κομμάτι που αναζητά τη Μαγεία. Κι αν δεν τη βρίσκει στη ζωή, στον έρωτα ή στην τέχνη, θα την αναζητήσει στη θρησκεία, στην αιωνιότητα του έθνους, στη μονομανία των ατέρμονων συνωμοσιών, ή σε οποιαδήποτε άλλη αγία κάρα.

Εδώ έρχεται το μυθιστόρημα να δημιουργήσει μιαν ενδιάμεση διάσταση. Και οριζόντια και κάθετα. Ενδιάμεση ανάμεσα στη γνώση και στη μαγεία, αλλά ενδιάμεση ανάμεσα και στις τεχνητές διαιρέσεις του χρόνου. Ο Γιώργος Στόγιας κάνει μυθιστόρημα, γιατί ακριβώς προσεγγίζει αυτό που γράφει με συνείδηση της σχέσης του με την πραγματικότητα και το χρόνο. Πρώτα απ’ όλα θυμάται, αλλά ξέρει πως αυτό που θυμάται ότι έγινε, δεν είναι αυτό που πραγματικά έγινε (αν υπάρχει κάτι τέτοιο). Φαντάζεται και σκηνοθετεί, αλλά ξέρει ότι αυτό που φαντάζεται και σκηνοθετεί δεν είναι απόλυτα δικό του, απόλυτα άχρονο ή απόλυτα φανταστικό. Τέσσερις αιώνες μετά τον Θερβάντες, όσοι πραγματικά κάνουν μυθιστόρημα, εξακολουθούν να αποκαλύπτουν ελάσματα της πραγματικότητας, που δεν είναι δυνατόν να αποκαλύψει ούτε η τμηματική Επιστήμη, ούτε η Μαγεία.

Προβάλλοντας, μάλιστα, αυτή την «ενδιαμεσότητα» (ας μου επιτραπεί ο αδόκιμος όρος) στην πλοκή του μυθιστορήματος του Γιώργου και στην ηρωϊδα του, μπορούμε να πούμε καταχρηστικά ότι έχουμε μια δομική αναπαράστασή της: Η Ντίνα βιώνει την ακρότητα, την πρόκληση των ορίων και την επιθυμία να δει πίσω από το παραβάν. Καταργεί με μανία κάθε γνώση και κάθε μαγεία, με κίνητρο την επίγνωση της γελοιότητας που τους προσδίδει η προσωρινότητά τους. Όμως, δε μοιάζει τόσο ακραία, όταν περιστοιχίζεται από τόσους φευγάτους, χαμένους μέσα στους δικούς τους μονόχρωμους κόσμους, τους γεμάτους μόνο από παρακμή – «συντηρητική» ή «επαναστατική». Αφήστε που βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τον προσωπικό της ενδιάμεσο χρόνο: Ανάμεσα στο πιο συμβατικό πριν της και στο λιγότερο ρευστό μετά της.

Δεν είναι όμως μόνο θέμα χρονικής διάστασης. Πίσω από την εστίαση σε πολλαπλούς κόσμους, παράλληλους, τεμνόμενους και αναμιγνυόμενους, κρύβεται η υπόρρητη λειτουργία του πραγματικού μυθιστορήματος. Αυτό που ο Κούντερα αποκαλεί «σοφία της αβεβαιότητας». Το να βιώνεις τον κόσμο ως αμφισημία, ως ένα πλήθος από σχετικές αλήθειες. Με άλλα λόγια, να δίνεις ακριβώς μιαν άλλη διάσταση της πραγματικότητας, πολεμώντας ενάντια στον νοητικό αυτοματισμό. Έναν αυτοματισμό που αναζητά μονίμως εφαρμογές του μανιχαϊστικού σχήματος, διψά για σαφείς διακρίσεις ανάμεσα στο καλό και στο κακό, ανάμεσα στο πραγματικό και στο ψεύτικο. Και – επιτρέψτε μου την παρέκβαση – δυο από τις μεγαλύτερες διάνοιες του σύγχρονου κόσμου, οι κορυφαίοι φυσικοί Hocking και Feynman, αυτό ακριβώς κάνουν. Και μάλιστα στο πεδίο της Επιστήμης: Φιλοσοφούν πιο γνήσια κι από τον κάθε σύγχρονο φιλόσοφο, κινούμενοι πέραν της αιτιότητας και της μονοδιάστατης ιδιότητας. Εκσφενδονίζουν την νοητική ανάγκη για κατανόηση του κόσμου και για ενιαία ερμηνεία του, στους κόσμους της πολλαπλότητας, της αμφίσημης ιδιότητας και της σχετικότητας, ως κύρια χαρακτηριστικά της ίδιας της Φύσης.

  Μυθιστόρημα, λοιπόν, δε γράφεται με όπλα την πλούσια φαντασία και ένα στιλό ή ένα κομπιούτερ. Ούτε και πρόκειται απλώς για μια «ωφελιμιστική» δραστηριότητα που «χρησιμοποιεί τις λέξεις», όπως κυνικά ισχυρίστηκε ο Σαρτρ (προκειμένου να αντιπαραθέσει την ποίηση και την πεζογραφία). Μυθιστόρημα γράφεται μόνο όταν βιώνει κανείς αυθεντικά – πριν ακόμη γράψει – τη μεγάλη σημασία της λειτουργίας του· ως ένα δρόμο ανακάλυψης και αποκάλυψης της πολλαπλότητας του κόσμου και της πολυσημίας του. Ως ένα μέσον για να βοηθήσει τον εαυτό του και τους γύρω του να αποδεχτούν το πιο δύσκολο απ’ όλα, «την ουσιαστική σχετικότητα των ανθρώπινων πραγμάτων».

Κάπως έτσι το Μυθιστόρημα μετατρέπεται σε μια ατελή και ημιτελή υπόσχεση. Όχι μόνο γιατί κινείται στον ενδιάμεσο χρόνο, και σε ένα χώρο ανάμεσα στην τμηματική Επιστημονική γνώση και στη Μαγεία, αλλά και επειδή δεν προσφέρει καμιά τελειωμένη μέθοδο αναζήτησης της αλήθειας. Είναι ένα δύσκολο «εργαλείο». Με ειδικές απαιτήσεις από το συγγραφέα του και άλλες τόσες από τον αναγνώστη του. Ζητά κι από τους δύο να εγκαταλείψουν νοητικές κατηγορίες και διανοητικές έξεις αιώνων – αν όχι χιλιετιών – και να κινηθούν σε αμοιβαδικά πεδία προκειμένου να συσχετιστούν με την πραγματικότητα.   

Είμαι βέβαιος πως ο Γιώργος Στόγιας θα βιώνει σήμερα και στο επόμενο διάστημα παράξενα συναισθήματα για το τρίγωνο συγγραφέας – μυθιστόρημα – αναγνώστης. [Που, εδώ που τα λέμε, δεν είναι καν τρίγωνο, γίνεται ένα κουβάρι με τις πολλές τεθλασμένες γύρω από τα τρία σημεία.] Τον φαντάζομαι να ψιθυρίζει σκυθρωπός ένα «ρε παιδιά, μα εγώ άλλο εννοούσα». Εκείνη τη στιγμή θα του πρότεινα να ακουμπήσει (ή να ξανακουμπήσει, αν το έχει διαβάσει ήδη) στο, για μένα, «κύκνειο άσμα» του Κούντερα, τη «Συνάντηση». Θα νιώσει πως δεν είναι μόνος, πως πίσω από την έκπληξη και την υπόρρητη πικρία των μυθιστοριογράφων, κρύβεται ακριβώς η επιβεβαίωση του Μυθιστορήματος. Τα ίδια τα συναισθήματα και τα ερωτηματικά του για τη λειτουργία αυτού του τριγώνου, αποτελούν την υπέρτατη επιβεβαίωση της αξίας του ως ημιτελής υπόσχεση.

Και εύχομαι σύντομα ο Γιώργος να αφήσει να αρκουδίσουν στον κόσμο και άλλα γεννήματά του. Αξίζει τον κόπο.  

Το κείμενο αυτό αποτελεί τη γραπτή εκδοχή της ομιλίας του Παύλου Παύλου στην παρουσίαση του Εαρινού στη Λεμεσό (11/02/14)

Advertisements