Εαρινο Εξαμηνο

Μυθιστόρημα του Γιώργου Στόγια

Ο Δημήτρης Φύσσας για το Εαρινό Εξάμηνο στην Athens Voice και στον 9.84

Image«Η πρώτη, εκκωφαντική εμφάνιση ενός νέου πεζογράφου. Μυθιστόρημα με ιδιότυπη αρχική εμφάνιση στο διαδίκτυο, που συνομιλεί με το θέατρο και τη μουσική (cd στην ορίτζιναλ έκδοση). Το ελληνικό πανεπιστήμιο όπως είναι αληθινά σήμερα, με μια αξέχαστη κεντρική ηρωίδα.»(Athens Voice, τεύχος Νοεμβρίου, σελ. 20: http://www.athensvoice.gr/files/av/pdf/av_458.pdf)

«Ακόμα ένα εξαίρετο συγγραφικό ξεκίνημα. Μυθιστόρημα για το πανεπιστήμιο και τους φοιτητές (ιδίως τι φοιτήτριες!) όπως πραγματικά είναι σήμερα, που ταυτόχρονα κλείνει το μάτι στην πολιτική, το διαδίκτυο και το θέατρο.»
(9.84 http://www.athina984.gr/node/269751)

Πανεπιστήμιο και μυθοπλασία

Image

της Βάσως Κιντή

Ακούει κανείς συχνά τη συμβουλή να διαβάζει τη λογοτεχνία μιας χώρας όταν πρόκειται να την επισκεφθεί. Καταλαβαίνει πολύ περισσότερα απ’ όσα γράφουν οι ταξιδιωτικοί οδηγοί ή οι πληροφορίες που αφορούν γεγονότα, ιστορικά ή σύγχρονα. Το έχω διαπιστώσει η ίδια –θυμάμαι π.χ., μία τελείως διαφορετική εντύπωση για την Κωνσταντινούπολη από την αρχική αφού διάβασα βιβλία του Ορχάν Παμούκ.

Είναι βέβαια φιλοσοφικά ενδιαφέρον, ένα σχεδόν παράδοξο,  πώς ένα έργο μυθοπλασίας (fiction) μπορεί να αποδίδει και να μας γνωρίζει πιο έγκυρα, με μεγαλύτερη πιστότητα, και όχι απλώς διαφορετικά, μια χώρα, μια εποχή, ένα συγκεκριμένο ζήτημα. (Αυτό υπονοείται όταν λέγεται να διαβάζουμε τη λογοτεχνία μιας χώρας για να την καταλάβουμε.) Πώς κάτι που είναι αποκύημα της φαντασίας, μία κατασκευή, μπορεί να αποδίδει καλύτερα κάτι που φιλοδοξεί να είναι ακριβής περιγραφή της πραγματικότητας. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Ροκ λογοτεχνία Ι (ή μήπως μπα-ρόκ;)

DSC_0060του Αντώνη Ξαγά

(Όσο το δυνατόν πιστότερη εκδοχή της παρουσίασης του βιβλίου του Γιώργου Στόγια «Εαρινό εξάμηνο» στις 21 Οκτωβρίου 2013 στο Free Thinking Zone. Και με την επίγνωση ότι η μεταφορά του προφορικού λόγου στον γραπτό είναι εξ ορισμού ατελής και ανεπαρκής)

Να ευχαριστήσω κατ’ αρχάς τον φίλο και συγγραφέα για τη χαρά και την τιμή να πω κι εγώ δύο λογάκια για το βιβλίο με το οποίο και πρωτο-εμφανίστηκε στα γράμματα, έτσι δεν είναι η φιλολογικώς «ορθή» έκφραση (κατ’ αναλογία στην ζωγραφική θα λέγαμε «εμφανίστηκε στα χρώματα»; πάντοτε μου φαινόταν κάπως αστεία αυτή η έκφραση).

Δεν ξέρω βέβαια αν πρέπει να τον ευχαριστήσω που με έβαλε σε αυτή τη θέση, βγάζοντας με από την ασφάλεια των γραπτών πίσω από την οθόνη του υπολογιστή, την οποία βασικά εξακολουθώ να προτιμώ, αλλά νομίζω θα το ξεπεράσω για απόψε και μόνο.

Πριν μπούμε στα μουσικά για τα οποία υποτίθεται είμαι εδώ, θα ήθελα να πω κι εγώ λίγες παρατηρήσεις για το ίδιο το βιβλίο γενικότερα. Μόνο που σύμφωνα με το «σκονάκι μου» (σε πανεπιστημιακό κλίμα είμαστε άλλωστε!), κάπου γράφει και ο ίδιος ότι «η κολακεία είναι ένα πιάτο που τρώγεται παντοιοτρόπως, όπως η μακαρονάδα». Μπροστά σε ένα τέτοιο δίλημμα νομίζω ότι θα προτιμήσω να τον καλέσω στο σπίτι για μια μακαρονάδα, παρά να καταφύγω στην κολακεία.

Να ομολογήσω κατ’ αρχάς ότι δεν παρακολούθησα όλη αυτή τη δημιουργική διαδικασία στο facebook, την κεφάλαιο-κεφάλαιο παρουσίαση και έκθεση στο κοινό, παρόλο που είμαστε φίλοι σε αυτό το όργανο του …οξαποδώ. Περίμενα υπομονετικά να δω και να διαβάσω την τελική μορφή. Και χαίρομαι που είδα σε μια συνέντευξή του ότι κάπως περιορίζει τη σημασία, τη βαρύτητα αυτής της διαδικασίας. Προσωπικά αν και πιστεύω σε πολλών ειδών συλλογικότητες, από την πολιτική έως και την μαγειρική ακόμη, στην τέχνη και τη δημιουργία δεν χωρά και πολύ η δημοκρατία, ειδικά η λογοτεχνία είναι κατά βάση μια μοναχική άσκηση. Γι’ αυτό κι ελάχιστα συλλογικά λογοτεχνικά έργα έχουν μείνει στην ιστορία, πλην ίσως ελαχίστων εξαιρέσεων μετρημένων στα δάχτυλα του ενός χεριού (…ξυλουργού κιόλας). Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Φωτιά και αλλαγή, δεν πήγε ακριβώς έτσι

DSC_0107Αυτό που προσπάθησα με το Εαρινό ήταν να φτιάξω μια θεατρική παράσταση που να διαρκεί στο χρόνο, ίσως ακριβώς γιατί ένιωθα να απομακρύνομαι από τη νεότητα εκείνη που κάνω κεντρικό θέμα του μυθιστορήματος.

Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, οι άνθρωποι που είναι απόψε εδώ και με τους οποίους είμαστε μαζί πολλά χρόνια, αλλά και πολλοί  φίλοι που απόψε δεν είναι εδώ είτε λόγω απόστασης είτε επειδή μέσα στα χρόνια ο τρόπος των πολιτικών ή/και αισθητικών μας διαφωνιών πάγωσε και σκότωσε τη σχέση μας, θα θυμόνται πώς έκλειναν όλες οι τελευταίες παραστάσεις των έργων που είχαμε ανεβάσει. Αμέσως μετά την τελευταία υπόκλιση, ανεβαίνανε στη σκηνή όλοι οι συνεργάτες, τα παιδιά που δούλεψαν στα σκηνικά, στα κουστούμια, στα φώτα, στο ταμείο και καταστρέφαμε το σκηνικό με κλωτσιές, μπουνιές, βαριοπούλες και τσεκούρια.

Όλα αυτά συνέβαιναν μπροστά σε ένα αμήχανο κοινό. Άλλοι χειροκροτούσαν και επευφημούσαν (δεν ανέβαιναν όμως πάνω στη σκηνή να βάλουν ένα χεράκι, αποστασιοποιούμενοι έτσι τελικά από το θέαμα που προσλάμβαναν κυρίως αισθητικά), ενώ οι περισσότεροι έμεναν σιωπηλοί και κάπως θλιμμένοι (και νομίζω ότι η δική μας μανία, ή τουλάχιστον η δική μου, γιατί ο πρώτος πληθυντικός εδώ είναι παρακινδυνευμένος) αναζωπυρωνόταν από αυτό που εκλάμβανα ως παθητικότητα του κοινού. Θυμάμαι μετά από ένα τέτοιο παταγώδες δρώμενο, ήρθε να με βρει μια κοπέλα που, δίχως να λέμε κάτι περισσότερο από ένα γεια, ήξερα ότι ήταν φίλη του έργου της ομάδας και μου είπε:

«Γιώργο, δεν μου άρεσε το τέλος, ήταν ακριβώς το ίδιο με το περσινό, σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα, να μην έχει γίνει καμία εξέλιξη, σαν να μην έχεις να πεις κάτι καινούργιο». Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

«…Once i wanted to be the greatest…»

487909_428983387183928_987561880_n                           Κριτική του Εαρινού Εξαμήνου από τον Librofilo

Στο μυθιστόρημα του Γιώργου Στόγια (Αθήνα, 1973) με τίτλο «ΕΑΡΙΝΟ ΕΞΑΜΗΝΟ», (Εκδ. Απόπειρα, σελ.443), ο συγγραφέας αναλαμβάνει ένα ρίσκο και καλεί τον αναγνώστη του να συμμετάσχει σ’ αυτό, σε ένα ιδιότυπο αναγνωστικό μπρα-ντε-φερ. Δεν ξέρω αν υπάρχουν πολλά (ίσως, αλλά, θα είναι ελάχιστα), μυθιστορήματα όπου ο ήρωας (η ηρωίδα στην περίπτωση μας) να προκαλεί τα νεύρα του αναγνώστη τόσο πολύ όσο η περίπτωση της Ντίνας (ηρωίδας του βιβλίου) – και εδώ ακριβώς έγκειται η πρόκληση αλλά και η ανάγκη για συμμετοχή σ’ αυτό το «παιχνίδι» όπως σε κάποιο θεατρικό δρώμενο όπου ο θεατής καλείται να συμμετάσχει στο έργο που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια του.

Βρισκόμαστε στο πρώτο εξάμηνο του 2009 (ο μυθιστορηματικός χρόνος θα είναι αυτό το «εαρινό εξάμηνο»), και η Ντίνα, μια 20χρονη φοιτήτρια της Φιλοσοφικής στο Ρέθυμνο, εκπάγλου καλλονής και (σπαταλημένης ίσως, αλλά) μεγάλης ευφυίας, η οποία θα μπορούσε να διάγει μια άνετη φοιτητική ζωή (με ότι ο όρος αυτός, συνεπάγεται στην νεότερη Ελλάδα), αφού δεν φαίνεται να έχει κανένα οικονομικό πρόβλημα – ο χήρος πατέρας, ιδιοκτήτης Ιταλικού ρεστοράν στην Καλλιθέα (πιτσαρίας υποτιμητικά από την αγνώμονα κόρη) στέλνει χρήματα, δεν πολυανακατεύεται στην καθημερινότητα ή στην παρακολούθηση των σπουδών της Ντίνας. Γιατί λοιπόν η νεαρά φέρεται ως μεγάλη ντίβα και θεωρεί ότι ο κόσμος θα έπρεπε να υποκλίνεται στο διάβα της; Γιατί κανείς δεντην ανέχεται; Γιατί είναι τόσο ανταγωνιστική, έχει πάντα «το ζωνάρι λυμένο» για καυγά, αρπάζει τους άντρες από τις φίλες της, βρίζει τον πατέρα της ζητώντας του όλο και περισσότερα χρήματα (και όταν εκείνος αρνείται να της τα δώσει, πιάνει δουλειά σε σαντουιτσάδικο και κάποια στιγμή βάζει χέρι και στο ταμείο), δεν παρακολουθεί τα μαθήματα που την αφήνουν παντελώς αδιάφορη παρά μόνο όταν βλέπει έναν νόστιμο και νέο καθηγητή, τον οποίο γουστάρει εμφανώς η (καθώς πρέπει) φίλη της, σπεύδει στο μάθημά του με απώτερο σκοπό να τον σαγηνεύσει;  Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Εξαγριωμένοι ονειροπόλοι

ImageΗ Λίνα Πανταλέων γράφει στην Καθημερινή για το Εαρινό Εξάμηνο.

Η βάναυση διάψευση μιας ολόκληρης γενιάς στην Ελλάδα της κρίσης

Με σαρκαστική ελαφρότητα ο Γιώργος Στόγιας (γεν. 1973) γράφει ένα μυθιστόρημα για μία από τις απροσμάχητες αξίες της εποχής μας, τη νεότητα. Ενα νόμισμα ανθεκτικό στις υποτιμήσεις, αλλά που συχνά αποδεικνύεται κίβδηλο, ανύποπτα εύκαμπτο. Οι σημερινοί νέοι παραμένουν ονειροπόλοι και ανεξημέρωτοι, έχοντας ωστόσο να αντιμετρηθούν με τα απύθμενα βάραθρα που ανοίγονται μπροστά τους εξαιτίας της κοινωνικοπολιτικής κατάρρευσης. Το παράδοξο είναι πως, ενώ οι συνθήκες που τους αντιμάχονται υπερβαίνουν καταφανώς τις δυνάμεις τους, πρωτίστως την ανολοκλήρωτη πολιτισμική και ηθική διάπλασή τους, το παραμικρό ψέλλισμα εκ μέρους τους, ακόμα και το πιο σπασμωδικό άλμα στο κενό, το πιο ανώφελο ξέσπασμα, χαιρετίζονται όχι σπάνια με ενθουσιασμό, έναν ενθουσιασμό χωρίς κανένα αντίκρισμα. Η έμφυτη αυταρέσκεια των νέων παίρνει φωτιά, ενόσω ο κόσμος που αγωνιούν να πυρπολήσουν, ο ίδιος που τους κολακεύει για τα ανακλαστικά τους της αντίδρασης, τους αρνείται κάθε διέξοδο.

Οι φωτιές του Δεκέμβρη του 2008, ένας θνησιγενής θρίαμβος, σβήστηκαν έναν χρόνο αργότερα από το συλλογικό δέος ενώπιον της καλπάζουσας κρίσης. Στον απόηχο αυτής της μεγάλης στιγμής, που όσο θορυβωδώς ενέσκηψε τόσο άηχα εξέπνευσε, ζουν οι φοιτητές στο μυθιστόρημα του Στόγια. Τα πρόσωπα του βιβλίου εμφανίζουν τις συνήθεις μετεφηβικές νευρώσεις, οργή, σύγχυση, πάθος και παθητικότητα, όμως η κεντρική ηρωίδα, η Ντίνα, φαίνεται να έχει ξεπεράσει προ πολλού το σημείο βρασμού της. Αν και απολιτική στο φρόνημα, ξεχειλίζει από μεγάλες ιδέες, με κυριότερη την ιδέα για τον εαυτό της. Τρελή και αλλοπαρμένη, φλέγεται, πέρα από τη φιλαρέσκεια, από έναν ακατάσχετο, παιδιάστικο θυμό, τον οποίο μεταμφιέζει σε κατασταλαγμένο μηδενισμό. Μολονότι αντιλαμβάνεται ότι η παραφορά της δεν της διασφαλίζει την καλύτερη επιχειρηματολογία, εκτοξεύει κατά πάντων τις μείζονες αρχές της κοσμοθεωρίας της, υποστηρίζοντας εν εξάλλω ότι για εκείνη «υπάρχει ό,τι βρίσκεται εντός ακτίνας δέκα μέτρων» και ότι η «βασική απασχόληση των νέων είναι να μαζεύουν στιγμιότυπα για να έχουν κάτι να νοσταλγούν όταν θα γεράσουν πριν την ώρα τους». Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Παρουσίαση του Εαρινού στην Αθήνα

Παρουσίαση του Εαρινού στην Αθήνα

Το Εαρινό Εξάμηνο ήταν μια θεατρική υπερπαραγωγή στο σχήμα ενός βιβλίου.

Η παρουσίασή του στο κοινό θα είναι μια εξερεύνηση της άδειας σκηνής πριν και μετά την ανάγνωση του μυθιστορήματος.

Η πρόσκληση είναι ανοιχτή και διαρκής, η βραδιά όμως στις 21 Οκτώβρη θα είναι ιδιαίτερη.

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 130. Γιώργος Στόγιας

Μερικές συνεντεύξεις είναι σαν υποχρεωτικό φιλί στο στόμα. Άλλες είναι σαν γεύμα εργασίας ενός βασιλιά για μία ημέρα.

Στο Πανδοχείο του Λάμπρου Σκουζάκη είχα την τύχη και την τιμή για το δεύτερο. Εννοείται ότι καταχράστηκα της φιλοξενίας, λαμβάνοντας ως δεδομένη την ανοχή του στην εξομολογητική μου διάθεση και βρίσκοντας ευκαιρία να αναπτύξω τις ιδέες και τις προτιμήσεις μου για τη λογοτεχνία, την κριτική και το θέατρο.

Ελπίζω όλο αυτό να έχει για τον αναγνώστη περισσότερο ενδιαφέρον από αυτοαναφορικές γυμναστικές επιδείξεις. Να είναι μια πρόσκληση για συνάντηση.

Πανδοχείο

γσ jpgΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Ευχαρίστως, σας προτείνω όμως να πάμε στις 04:48, όπως ήταν ο τίτλος του τελευταίου έργου της Σάρα Κέιν, μήπως πάρουμε καμιά λογική κουβέντα από τους ήρωές του. Την υπόλοιπη ημέρα, στα μαθήματα, στα ρακάδικα, στα μπαρ, στις ερωτοτροπίες και στις παραισθήσεις, δεν πρόκειται να μας δώσουν ιδιαίτερη σημασία, υπεροπτικοί και αγενείς μέσα στον φοιτητόκοσμό τους. Τέτοιες στιγμές όμως είναι σαν να προσγειώνονται βίαια στην πραγματικότητα (που οι ίδιοι αμφισβητούν ότι υπάρχει). Ανάμεσα στα συντρίμμια μπορεί να βρούμε το μαύρο κουτί που περιέχει τόσο τους χειρισμούς που οδηγούν κάθε νύχτα στο οιονεί μοιραίο ατύχημα, αλλά και πιο πίσω, τον σχεδιασμό της πτήσης.   

earino  front coverΈχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Ο ιδανικός μου τόπος για να γράφω θα ήταν ένα ηχομονωμένο διαφανές γυάλινο δωμάτιο σε ένα πολυσύχναστο καφεστιατόριο όπου κανείς δεν θα μου δίνει σημασία και…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 3.370 επιπλέον λέξεις

ΤΟ ΕΑΡΙΝΟ ΕΞΑΜΗΝΟ ΕΝΟΣ ΚΟΡΙΤΣΙΟΥ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΑΠΟ ΤΑ ΑΛΛΑ

Η Μαριαλένα Σεμιτέκολου διαβάζει το Εαρινό μέσα από την προσωπική της φοιτητική ρεθυμνιακή εμπειρία, και γράφει για αυτό συνδυάζοντας τα επιστημονικά της εργαλεία ως ψυχολόγου με το λογοτεχνικό της αισθητήριο.

BOOKSTAND

ΓΣ

Γιώργος Στόγιας, Εαρινό εξάμηνο, μυθιστόρημα, εκδ. Απόπειρα, 2013

Η Ντίνα είναι είκοσι χρονών, όμορφη, έξυπνη και αναθρεμμένη σε ένα επιτρεπτικό, «laissez faire» περιβάλλον. Δεν τη χωρούν τα ρούχα της. Ούτε το Ρέθυμνο, όπου σπουδάζει, αλλά ούτε κι η Αθήνα από όπου προέρχεται. Για την ακρίβεια, δε χωρά πουθενά: είναι «a girl bigger than others», που έλεγε ο Morrissey.

Άραγε η Ντίνα έχει ενημερότητα της κατάστασής της; Είναι «στα κόκκινα» από ανάγκη ή από πόζα; Η αλαζονεία της και ο εγωκεντρισμός της είναι δείγματα εσωτερικής «πείνας» ή εκφάνσεις μιας «υπαγορευμένης» ιδιοτροπίας; Στο πρώτο μέρος του μυθιστορήματος, η Ντίνα είναι ανυπόφορη, αντιπαθητική. Ο αναγνώστης  δύσκολα μπορεί να ταυτιστεί μαζί της. Η πρωταγωνίστρια βγάζει τη γλώσσα με αυθάδεια, σαν να επικαιροποιεί το φθαρμένο logo των Rolling Stones. «Αν είναι να συνεχίσεις την ανάγνωση, κάτσε και σκάσε», μοιάζει να λέει, «αλλιώς δίνε του».  Με την Ντίνα δεν υπάρχει χώρος για συμπρωταγωνιστές. Αναγνώστες και δευτερεύοντες…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 1.222 επιπλέον λέξεις

Τα τραγούδια που «ακούγονται» στο Εαρινό

Μια «λειτουργική φαντασίωση» που είχα όταν έγραφα το Εαρινό ήταν πως μεταφερόταν σε ταινία (στην Αμερική κατά προτίμηση). Πίσω στην πραγματικότητα, ένα playlist στο YouTube είναι ό,τι πλησιέστερο στο soundtrack που θα κυκλοφορούσε. Κάθε τραγούδι συνοδεύεται μάλιστα από ένα σχετικό απόσπασμα.