Εαρινο Εξαμηνο

Μυθιστόρημα του Γιώργου Στόγια

Tag: Κριτική

Η οδύνη της αναζήτησης

H Εύη Καρκίτη για το Εαρινό Εξάμηνο στον Αγγελιοφόρο της Κυριακής

Ολόκληρο το μυθιστόρημα εδώ.

Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία φίλοι τού έλεγαν ότι πρέπει να το ξανασκεφτεί. Πράγματι, ο κίνδυνος να «αφανίσουν» οι φρενήρεις ρυθμοί του διαδικτύου το «Εαρινό Εξάμηνο», το πρώτο μυθιστόρημα του Γιώργου Στόγια, εκπαιδευτικού και θεατρικού σκηνοθέτη, που ζει και εργάζεται στην Κύπρο, δεν ήταν αμελητέος. «Η ιδέα που μου έλυσε τα χέρια ήταν η δημοσίευσή του σε συνέχειες», εξομολογείται ο συγγραφέας, καθώς του έδωσε τη δυνατότητα να θέσει νέους στόχους και να ξαναδεί κάθε κεφάλαιο ξεχωριστά. Την ίδια στιγμή και χωρίς ίσως να είναι μέσα στις προθέσεις του δημιουργούσε μέσα απ’ αυτόν το διαφορετικό τρόπο χρήσης του βιβλίου και μία άλλου τύπου σχέση με τους αναγνώστες του, που χωρίς υπερβολή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί προσωπική και οικεία. Ετσι, από το Φεβρουάριο έως τον Ιούνιο του 2012, οι φίλοι του «Εαρινού Εξαμήνου» είχαν τη δυνατότητα να βυθιστούν στις περιπέτειες της Ντίνας, μιας δευτεροετούς φοιτήτριας στο Ρέθυμνο, που μέσα σε λίγους μήνες επιχείρησε να κάνει την προσωπική της εξέγερση, εφευρίσκοντας ένα δικό της τρόπο για να αναμετρηθεί με την πραγματικότητα, επιθυμώντας την ίδια στιγμή να ξεφύγει απ’ αυτήν. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Εαρινό Εξάμηνο

Γράφει ο Παναγιώτης Θανασάς. Αναδημοσίευση από το Βήμα.

Ολόκληρο το μυθιστόρημα εδώ.

Σε μια εκρηκτική κορύφωση της σπασμωδικότητας με την οποία αντιμετωπίζει τα προσωπικά της αδιέξοδα η Ντίνα περιφέρεται σε ερημική τοποθεσία και αποφασίζει να απαλλαγεί από τα περιττά φορτία: σπάζει το κινητό της, καταστρέφει την κάρτα SIM, σχίζει λίγα χαρτονομίσματα που της έχουν απομείνει, καθώς και την αστυνομική και φοιτητική της ταυτότητα. Τέλος, πετά ολόκληρο το πορτοφόλι της. Αμέσως, όμως, το μετανιώνει: «Μετά από δεκαπέντε – είκοσι μέτρα, το σκέφτηκε καλύτερα και γύρισε βιαστικά προς τα πίσω. Ανοιξε το πορτοφόλι και έβγαλε τη VISA. Ο,τι και να γινόταν, θα ήταν ολόκληρη ιστορία να την εκδώσει, ιδίως τώρα που ήταν χωρίς άλλα χαρτιά. Εδώ είπε να κάνει τη ζωή της πιο εύκολη, όχι να μπλέξει παραπάνω».

Η σκηνή αποτελεί μια από τις πιο καίριες αποτυπώσεις του χαρακτήρα της ηρωίδας – αλλά και δείγμα της αγαπητικής ειρωνείας με την οποία ο συγγραφέας την αντιμετωπίζει. Το κείμενο εκτυλίσσεται στη Φιλοσοφική Σχολή της Κρήτης στο εαρινό εξάμηνο του 2009. Εχει προηγηθεί η «εξέγερση» του Δεκέμβρη. Φόντο του μυθιστορήματος αποτελεί ένας φοιτητόκοσμος στον οποίο αναγνωρίζουμε όλες τις αποχρώσεις της Αριστεράς, από τον μεταρρυθμιστικό ορθολογισμό ως τις φαιοκόκκινες εκδοχές των μπάχαλων.

Η Ντίνα κινείται σε αυτό το περιβάλλον, αλλά δεν μετέχει – στην πραγματικότητα δεν μετέχει πουθενά. Είναι απλώς εύστροφη, γρήγορη και αδίστακτη. Αναζητεί διαρκώς εντάσεις, τις οποίες όμως σπάνια συναντά, με αποτέλεσμα να αναγκάζεται να τις παράγει από μόνη της. Σχεδόν πάντα το καταφέρνει, εκμεταλλευόμενη τη βασική προϋπόθεση της ακραίας αποτελεσματικότητάς της: είναι εκρηκτικά όμορφη. Χωρίς αυτό το προσόν θα αποτελούσε ένα απλό ψώνιο, μια περιθωριακή και αδιάφορη προβληματική προσωπικότητα. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Μεταξύ ουτοπίας και κενού

Γράφει ο Νίκος Ζαρταμόπουλος. Αναδημοσίευση από το Books’ Journal (Ιούλιος 2012).

Ολόκληρο το μυθιστόρημα εδώ.

Το τόλμημα της ηλεκτρονικής αυτοέκδοσης δεν είναι το μόνο που ανέλαβε ο Γιώργος Στόγιας με το πρώτο του μυθιστόρημα, το «Εαρινό εξάμηνο». Τόλμημα μπορεί να θεωρηθεί και το ότι προσφέρει εξ αρχής στον αναγνώστη στοιχεία όπως η πολυπρόσωπη «διανομή» του βιβλίου (που περιλαμβάνει ακόμη και τα ανώνυμα πρόσωπα που εμφανίζονται σε αυτό σαν σκιές), ή το ότι στον ιστότοπο της δημοσίευσης κερνάει τους επισκέπτες το σάουντρακ της υπόθεσης.  Σπάνια θα δει κανείς έναν συγγραφέα να προσφέρει με τέτοια «άγνοια κινδύνου» τους βασικούς κώδικες ανάγνωσής του βιβλίου του (στην περίπτωσή μας το θέατρο και τη ροκ μουσική, ή μάλλον την επιθυμία για ένα «ροκ θέατρο»), σπάνια ομολογείται έτσι έμπρακτα το πάθος για αλληλεπίδραση και διάλογο με τον αναγνώστη που κινεί τη συγγραφή. Η σολιψιστική αρχή ότι το «αληθινό βιβλίο» γράφεται καταρχήν για να μη διαβαστεί κατατρύχει από τον καιρό του Βαλερύ τον κόσμο της λογοτεχνίας πολύ περισσότερο απ’ όσο συνήθως ομολογείται, κι αυτό αντανακλάται στην αυτοσυγκράτηση που επιδεικνύουν οι συγγραφείς στις χειρονομίες προς τον αναγνώστη ακόμη κι όταν η ανάγκη τους για τέτοιες χειρονομίες είναι έκδηλη. Εδώ ο αναγνώστης προσκαλείται ανοιχτά, χωρίς προσποιητή αδιαφορία, να συμμετάσχει στο «πάρτι». Η ίδια η πλοκή τού επιβάλλεται όπως η μουσική από στέρεο που παίζει τέρμα: δεν μπορεί να αγνοηθεί, είτε αρέσει είτε ενοχλεί. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »